Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν ο Άγγελος. Οι συγγενείς μου, τότε, κάτι χοντρομπαλάδες με καράφλα, οι περισσότεροι, και στόμα που έζεχνε τσιγαρίλα ανακατεμένη με τσίπουρο και κάτι κυρίες -ο θεός να τις κάνει κυρίες- το τι έλεγε το στόμα τους όταν τουρλώνονταν πάνω από το καρότσι μου, ούτε θέλω να το θυμάμαι… Πιότερο εξυμνούσαν το πουλί μου, σαν να ’ταν ασημένιο τρόπαιο που το σηκώνεις ψηλά, να θαυμάσεις τη λάμψη, και μετά το αφήνεις στο ράφι, δίπλα στα άλλα κύπελλα, των προηγούμενων ξεχασμένων μαχών. Η μάνα μου, κατ’ εξαίρεση, επέμενε από τότε, πως ήμουν πανέμορφος, με τα σγουρά, ξανθά μαλλάκια μου και τα καταγάλανα ματάκια. «Παιδί θαύμα», μ’ έλεγε. Αυτό το «παιδί θαύμα», δεν το πολυκατάλαβα ποτέ, ίσως όμως και αυτή να αναφερόταν στο πουλί μου… δυσκολεύομαι να το πιστέψω, αλλά πάλι, δεν ξέρω. Έλεγε, πως σαν μεγαλώσω, αυτά τα προσόντα πρέπει να αναδείξω, να επενδύσω σε αυτά, στην ομορφιά μου.
Τότε ήταν, που με βάφτισαν, στα δυόμισι.
Δύο χρόνια πήρε στα σόγια να αποφασίσουν πώς θα με πούνε. Και να ‘χει χάρη ο παππούς, από το σόι της μάνας μου, ο Άγγελος, που είχε παχιό μπαγιόκο, ειδάλλως σιγά μην υποχωρούσε ο άλλος, ο μουστακαλής, ο Χανιώτης, ο Χρύσανθος… Ήτανε πολλά τα φράγκα και δεν μπορούσαν να αγνοηθούν, όπως και τα σωφρονιστικά καταστήματα, που είχε φιλοξενηθεί ο παππούς, κατά καιρούς. Για τον παππού τον Άγγελο μιλάω, τον Πειραιώτη, που ήξερε να «πουλάει» το κορμί του και διαφήμιζε τα προσόντα του δεόντως. Αργότερα, φανερώθηκε πως ούτε μεγάλο μπαγιόκο διέθετε κι όσο για τα σωφρονιστικά καταστήματα, ήταν όλα μπούρδες. Ευτυχώς, που ο παππούς ο Κρητικός τα είχε «φάει» όλα αμάσητα, ειδάλλως μπορεί και να με λέγανε Χρύσανθο μια ζωή… ή να έφτανα στην α’ δημοτικού κι ακόμα να με λένε διαβολάκο, μπαρμπουνάκο, μπουρμπουλήθρα, και άλλα τέτοια χαριτωμένα.
Θυμάμαι, πως στη βάφτισή μου, ήμουν κάπως βαριούτσικος. Έτσι τουλάχιστον παραπονιόταν ο νονός μου -ένα παλικαράκι λίγο μεγαλύτερο από εμένα, με τουρλωτό ποπουδάκι και εξίσου στρογγυλή κοιλίτσα, σαν μπάλα ποδοσφαίρου έτοιμη για σέντρα- που έφτυσε αίμα μέχρι να με χώσει στην κολυμπήθρα. Ιδροκόπησε το δόλιο, το παλικαράκι, την ώρα του μυστηρίου. Κι από την άλλη, κάποιοι μπαρμπάδες, μαζί κι ο νεωκόρος, αποφαίνονταν μετά βεβαίας μεγαλοπρεπείας, ως νεοφώτιστοι ιεροφάντες, που μόλις κατέλαβαν τον άμβωνα της αυθεντίας, έραιναν το πόπολο με τα ιερά τους δόγματα: «πως είναι τάχα αντιδραστικό ή ίσως κι αμαρτωλό το βαφτιστήρι κι αρνείται τη θεία χάρη». Κι όλο παρακινούσαν τον παπά να αδειάσει πάνω μου όλο το λάδι και να κόψει τα μαλλιά μου σύριζα. Να «πιάσει» το μυστήριο και να εξορκιστεί η μαύρη αντίδραση, που έφερνα μαζί μου από τα βαθιά γκρεμίδια του γενεαλογικού μου δέντρου.
Έτσι έκανα τις πρώτες μου περπατησιές, γουλί και με μάτια κόκκινα, σαν αίμα. Μεγαλώνοντας -ήταν η χούντα τότε στα πράγματα- ήταν οι δάσκαλοι, που ανέλαβαν τον καθαγιασμό μου. Καθ’ υπόδειξή τους, η μάνα, με κούρευε ανελλιπώς δύο φορές τον μήνα. Το τι καζούρα έφαγα από τους συμμαθητές μου για το «γλόμπο» δε λέγεται. Μετά, έπεσε η χούντα, αλλά οι γονείς μου, πιστοί στις παραδόσεις, εξακολούθησαν, για αρκετά χρόνια, να με υποβάλλουν στο μαρτύριο του κουρέως… ανελλιπώς δις το μήνα.
Κοντά στα είκοσί μου, έκανα επανάσταση. Μαζί με τα άλλα τα επαναστατικά, ένα κυριακάτικο μεσημέρι, με το τραπέζι φορτωμένο αρνί, πατάτες, και τα γνωστά «τι θα κάνεις, σαν μεγαλώσεις», κι «έφθασε η ώρα και προσπέρασε κιόλας μια φορά, κι ακόμα φαντάρος δεν πήγες», σηκώνομαι όρθιος, χτυπάω το ποτήρι με το κουτάλι, σαν άλλος Τσε, και ανακοινώνω μεγαλοπρεπώς: «Δεν ξυρίζομαι, δεν κουρεύομαι, και για μπάνιο ούτε κουβέντα. Θα μεγαλώσω αξύριστος, ατίθασος, ακατάστατος· σαν ποίημα του Ελύτη που δεν μπήκε ποτέ σε σχολικό βιβλίο». Η μάνα μου σταυροκοπήθηκε τρεις φορές. Ο πατέρας μου κοιτώντας τη μάνα, είπε, «να, τα χαΐρια σου». Κι η γιαγιά, κοιτώντας τα πόδια του τραπεζιού, ψιθύρισε: «Άσε το παιδί, βρε Κώστα, κι ο Χριστός μαλλί είχε». «Αν ήξερα πως θα ήταν τόσο απλό, θα είχα επαναστατήσει ενωρίτερα…», ψιθύρισα μέσα από τα δόντια μου και αποχώρησα.
Τότε, ήταν που αντάμωσα την Παναγιώτα, από την Κηφισιά, που μου συστήθηκε ως Νάγια και μετά λίγο καιρό, μου επέτρεψε, στα ιδιαίτερά μας, να την αποκαλώ και Πένυ. Αλλά… όπως είπε «μέχρι εκεί». Μου είχε ξεκαθαρίσει δε, από την αρχή, πως «μ’ άντρα, χωρίς βρακί στον κώλο, δε θα έβαζε στεφάνι». «Όλα μπορούσε να τα δεχτεί, εκτός, να της θυμίζω το βαφτιστικό της, και να κάνω όνειρα για παντρειές», μου έλεγε. Τα σεβάστηκα και τα δύο, είχε και αυτή τις δεσμεύσεις της, λόγω Κηφισιάς… Πάντως, χαμένος δε βγήκα, η Νάγια ήξερε πολλά, και στα ιδιαίτερά μας, με χόρτασε φιλιά κι αγκαλιές. Εν τέλει, όμως, ως άνθρωπος των παθών και της αντίδρασης, στο τέλος, την πάτησα την μπανανόφλουδα. Την ερωτεύτηκα σφόδρα. Τι κι αν δεν το ομολόγησα ποτές; Μοναδική μου έννοια, έγινε να τη στεφανωθώ. Έφτασα να αποφεύγω και τις παρελάσεις ακόμα…, τις στιγμές ανύψωσης του Ελληνικού ιδεώδους. Στεφάνι στο ηρώο έβλεπα, κι αντί αυτού, φαντασιωνόμουν την Παναγιώτα, με άσπρο νυφικό στο πλάι μου.
Η μάνα μου βέβαια -δε μπορώ να πω- μου τα ‘λεγε: «Παιδί μου, άμα γεννήθηκες από φτωχά αρχίδια, πλούσιος δε γίνεσαι. Ξέχνα την, την καριόλα».
Αλλά πού, εγώ;
Όπως προείπα, εκτός από αντιδραστικός, ήμουν και ερωτευμένος κι επίμονος και ονειροπόλος. Αρχικά, προσπάθησα να προσεγγίσω το βουνό της οικογένειας των βουπουάκηδων, ή άλλως, κουτσαβάκηδων…, με τους καλούς μου τρόπους. Κάθε φορά που τύχαινε να απαντήσει το τηλέφωνο ο μπαμπάκας… «καλημέρα σας κύριε Σωτήρη, πώς την έχετε την κυρία Καλλιρρόη;» ρωτούσα με περίσσια χάρη. Και στην κυρία Καλλιρρόη ήμουν ιδιαίτερα διαχυτικός, κάποιες φορές ίσως και μέχρι παρεξηγήσεως. Αλλά της άρεσε… Προκοπή βέβαια δεν είδα. Η υποτίμηση στα μάτια τους, κάθε φορά που με αντίκριζαν, παρέμενε θορυβώδης και αδιάκοπη. Και έτσι αποφάσισα να αλλάξω ρότα. Αρχικά προσπάθησα με τα voucher του Κούλη. Το τι σεμινάρια αναβάθμισης δεξιοτήτων και επανακατάρτισης με έμφαση σε δεξιότητες ψηφιακές, πράσινες και οικονομικού εγγραμματισμού για ανέργους ωφελούμενους, παρακολούθησα, δε λέγεται. Όμως, λίγο αργότερα, αντιλήφθηκα πως δεν είχαν προοπτική και τα παράτησα. Το μόνο μου κέρδος, ήταν ότι «έβγαλα» και δυο γκόμενες τότε, τον ίδιο καιρό με τη Νάγια…, γραμματείς από τα ΚΕΔΑΣΥ, που έκανα τις αιτήσεις. Μετά, έμπλεξα με τις μπάμιες… Ο παππούς ο Χρύσανθος με έπεισε. Έσπειρα μπάμια, όλα τα βράχια του νομού Χανίων… μέχρι το Λιβυκό, έφτασα. Ή βάλθηκε να με τιμωρήσει, που δεν «προτίμησα» το Χρύσανθος, ή κάτι είχε ακούσει για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όμως, ούτε και εκεί, είδα προκοπή… Δεν ήμουν δικός τους και με απορρίξανε, από το μητρώο των αγροτών ειδικού καθεστώτος, αμέσως. Μείνανε οι μπάμιες αμάζευτες, και για καιρό λάμβανα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα μαζί με ευχαριστίες, από αγνώστους, από το νησί, που φάγανε μπάμια και λίγδωσε το αντεράκι τους. Εντέλει, κατέληξα -τότε ο Λάτσης επένδυε στο Ελληνικό- και αναθάρρησα, ότι έτσι θα πλουτίσω, να πάω οικοδόμος. Ονειρευόμουν, σαν τον Λάτση, να γίνω κι εγώ εργολάβος οικοδομών, επενδυτής.
Για λίγο διάστημα όλα πήγαιναν κατ’ ευχή. Εκτός τα καταγάλανα μάτια μου -τα κατάξανθα μαλλιά μου, είχαν αρχίσει να αραιώνουν τότε- διέθετα και τα πιο γεροδεμένα και σφιχτά μπράτσα της συνοικίας μου. Την κούραση δεν την ένιωθα. Σαν αίλουρος ανεβοκατέβαινα στη σκαλωσιά… ο σκοπός ιερός, να μιλήσει ο επόπτης στο αφεντικό, να πάρω την αύξηση και την προαγωγή…
Μέχρι εκείνο το πρωινό της Παρασκευής, το μέλλον μου μύριζε γιασεμί. Φλεβάρης μήνας ήτανε, κι έριχνε ένα σκατόβροχο, και το πρωινό αγιάζι, φαρμακερό… Εκείνο το πρωινό, φεύγοντας για τη δουλειά, συναντήθηκα στο χολ, με τη γιαγιά, που γύρναγε αποκαμωμένη από μια πολεμική σύρραξη στην τουαλέτα. Κατατρόμαξα. Μάτι θολό, μαλλί καρμπολάχανο -έτσι τα φτιάχνουν οι Λαρισαίες- από το τρέμουλο κοπάναγε σε ό,τι βρισκόταν μπροστά της.
«Συγχαρητήρια ή συλλυπητήρια, να σου πω;» Δεν της απάντησα. «Εγώ πάντως λευτερώθηκα, αν θες, δοκίμασε φύλλα μολόχας» είπε και αποχώρησε θριαμβευτικά για την κάμαρή της.
Ούτε το πρώτο βδομαδιάτικο δεν πρόφτασα να βάλω στο παντελόνι…
Το κωλόπαιδο ο εργολάβος, μου τα κράταγε. Από Σάββατο σε Σάββατο με πήγαινε. Μια «ξεχάστηκε και δεν είχε μαζί του», μια,«πλήρωσε για υλικά και δεν του περισσέψανε», μια «να μην του βάζω το μαχαίρι στο λαιμό». «Αγάντα, να αβγατίσουν» μου ‘λεγε. «Να τα χαρείς μαζεμένα». Μου τα έφαγε ο αλήτης.
Κι έτσι, στη δίνη της αναμονής, της οργής, της θλίψης, της αμφιβολίας και της ονειροπόλησης… στραβοπάτησα κι έπεσα από τη σκαλωσιά, στην οικοδομή στο Αιγάλεω. Όχι με κραυγές ηρωικές, ούτε με τύμπανα παρέλασης. Έπεσα σαν σακί τσιμέντο. Μόνο σκόνη, ιδρώτα και στα μάτια μου, όνειρο, το άσπρο νυφικό της Παναγιώτας, που δεν πρόλαβα ποτέ να δω. Εν ριπή οφθαλμού, κατέφθασαν οι δημοσιογράφοι με τα μαλλιαρά ματσούκια τους. Ποιος τους ειδοποίησε δεν ξέρω…, σαν τα κοράκια που μυρίζονται από μακριά το ψόφιο. Μετά οι περίεργοι, οι κυρ-Παντελήδες, από τις γύρω πολυκατοικίες κι ο παπάς από τον Εσταυρωμένο, παρακάτω. Αργότερα, με θόρυβο και ιλιγγιώδη ταχύτητα, κατέφθασαν δυο ασθενοφόρα. «Ένας είμαι ρε παιδιά και τα έχω κακαρώσει…», τους φώναζα, αλλά μάλλον δεν με άκουγαν… Καλά, εκεί που τα είδα όλα, ήταν, όταν δυο κουστουμάτοι δικηγόροι κι ένας εισαγγελέας σκύψανε απάνω μου και λογαριάζανε, στα γρήγορα, την αποζημίωση, που θα ελάμβαναν οι κληρονόμοι μου… Εν τω μεταξύ, ο εργολάβος, το κωλόπαιδο, την είχε κοπανήσει…
Όσο σκέφτομαι, πως κόντευε να βγει το εξάμηνο…
Η Παναγιώτα εντέλει είχε δίκιο… Ούτε την κηδεία μου δεν ήμουν ικανός να πληρώσω, πόσο μάλλον να ανταποκριθώ στο στεφάνι μου…
Τώρα, αν εσείς με βλέπετε, ή με ακούτε, σίγουρα έχετε πρόβλημα και να το κοιτάξετε…
Να το κοιτάξετε…
Γιατί τώρα πια, είμαι άγγελος… Για την ακρίβεια, αρχάγγελος, ανάμεσα σε εκατομμύρια αγγέλους…
Ευτυχώς, την πήρα την προαγωγή.
Να το κοιτάξετε…
Κι αν με ακούτε, μη μου απαντήσετε…
Και, κάντε κάτι, γιατί γίναμε πολλοί εδώ κάτω. Κάθε μέρα κι άλλος… Κι ο εργολάβος, το κωλόπαιδο, την έχει κοπανήσει…








