Στο πλαίσιο έρευνάς μας για τις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες απευθυνθήκαμε σε αρκετές βιβλιοθήκες ανά την Ελλάδα, ζητώντας τους -υπό μορφήν συνέντευξης- να μας μιλήσουν για το έργο και τις δυσκολίες τους, για να αναδείξουμε τη σημασία και το ρόλο των βιβλιοθηκών στις τοπικές κοινωνίες αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
Οι βιβλιοθήκες ως φορείς της πολιτιστικής, εκπαιδευτικής και πληροφοριακής υποδομής επιτελούν έναν αφανή μεν, σημαντικό δε, ρόλο στη συνοχή, στις αξίες, στον ορθολογισμό των τοπικών κοινωνιών και στη διάδοση διαχρονικών αξιών. Είναι φράγμα στην υποκουλτούρα, στο Lifewstyle, στο εύπεπτο, στο μεταφυσικό. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης είναι σημείο συνάντησης με την ανθρώπινη δημιουργία.
Δυστυχώς όμως πολλά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν -με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων- και σπάνια τα ΜΜΕ αφουγκράζονται τον παλμό αυτών των ιδιαίτερα σημαντικών χώρων και οι πολίτες/δημότες αγνοούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι βιβλιοθήκες.
Το έναυσμα για τη μικρή μας έρευνα μας έδωσε μια όμορφη εκδήλωση στο Ληξούρι προκειμένου να σωθεί η Βιβλιοθήκη τους.
***
Ξεκινάμε με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρέων η οποία σήμερα διαθέτει περίπου 200.000 τόμους βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών:
–Πώς κρίνετε τη διασύνδεση τα Βιβλιοθήκης με την τοπική κοινωνία (κοινές πολιτιστικές και δράσεις φιλαναγνωσίας με φορείς, σχολεία κλπ)
–Η Βιβλιοθήκη μας συνεργάζεται με τοπικούς φορείς για ομιλίες και παρουσιάσεις βιβλίων, με το δίκτυο ελληνικών βιβλιοθηκών για την καλοκαιρινή εκστρατεία και όλη την εκπαιδευτική κοινότητα για την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
–Πώς κρίνετε την επισκεψιμότητα της βιβλιοθήκης; Ποιες ηλικίες είναι οι συχνότεροι επισκέπτες και ποιες αυτές που έχουν μια κάπως πιο χαλαρή σχέση με τη βιβλιοθήκη;
–Μέχρι την προ κορονοϊού εποχή, η βιβλιοθήκη ήταν γεμάτη από αναγνώστες κάθε ηλικίας. Όμως, η υποστελέχωση και κυρίως η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού από τη μια μεριά και η αλλαγή στην αναγνωστική συμπεριφορά του κοινού (διαδίκτυο, κινητό και ΑΙ) οδήγησε στη μείωση της επισκεψιμότητας σε μεγάλο βαθμό. Δεν υπερισχύει ουσιαστικά καμία κατηγορία κοινού ως προς την επισκεψιμότητα, αλλά ως προς τη χαλαρώτητα οι συνταξιούχοι έχουν το …χρόνο τους.
–Αντιπροσωπεύει – εκπροσωπεί η βιβλιοθήκη στα ράφια της την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή (ποσοτικά και ποιοτικά);
–Φροντίζουμε για την τρέχουσα βιβλιογραφία όσο μπορούμε και προσπαθούμε να εμπλουτίσουμε όλες τις κατηγορίες
–Πώς εμπλουτίζεται με τίτλους η βιβλιοθήκη;
–Με δωρεές, αλλά κυρίως από την επιχορήγηση του Δήμου μας.
–Πότε ήταν η τελευταία φορά που δαπάνησε χρήματα η βιβλιοθήκη για τον εμπλουτισμό της με τίτλους;
Κάθε χρόνο υπάρχει στον προϋπολογισμό κονδύλι για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης
–Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η βιβλιοθήκη;
–Η υποστελέχωση και όπως ανέφερα πιο πάνω η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού (Βιβλιοθηκονόμων, συντηρητών χαρτόου υλικού, κλπ.)
Ιστορική διαδρομή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών
Την απαρχή για τη δημιουργία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών αποτέλεσε η αποδοχή της Βιβλιοθήκης της «Βιοτεχνικής Εταιρείας Πατρών» εκ μέρους του Δήμου Πατρέων, η οποία διαλύθηκε σύμφωνα με το καταστατικό της το 1903. Οι 5.000 τόμοι της Βιβλιοθήκης παραδόθηκαν προσωρινά στη «Σχολή του Λαού», η οποία ιδρύθηκε το 1877 από τον «Αχαϊκό Σύλλογο» και ήταν ένα είδος «Λαϊκού Πανεπιστημίου».
Στις 14 Μαίου 1908, μετά από πλήθος εκκλήσεων στον τοπικό τύπο για την ανάγκη δημιουργίας Δημόσιας Βιβλιοθήκης, επί Δημάρχου Πατρέων Δημητρίου Βότση, ψηφίζεται η ίδρυση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών και δημιουργείται η πρώτη Εφορευτική Επιτροπή αποτελούμενη από τους Δ. Βότση ως Πρόεδρο και τους Σακελλαρίου, Θεοχάρη, Δριβελόπουλο και Γριμάνη. Στεγάστηκε στο διδακτήριο που υπήρχε επί των οδών Γούναρη και Καραϊσκάκη. Δύο χρόνια μετά , στις 28 Ιουνίου 1910 τελέστηκαν τα εγκαίνια της Βιβλιοθήκης τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στο χειρόγραφο κατάστιχο με τίτλο «Χρονικόν της Δημοτικής Βιβλιοθήκης»[1], καθώς και η διαδρομή της Βιβλιοθήκης από το 1910 μέχρι το 1919.
Η λειτουργία της Βιβλιοθήκης διακόπηκε το 1926 εξαιτίας της εγκατάλειψης που υπέστη και το υλικό της μεταφέρθηκε στο υπόγειο του Δημαρχιακού Μεγάρου και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1944, όταν, χάρη σε μια κίνηση ομάδας βιβλιόφιλων της πόλης, τους Κώστα Τριανταφύλλου, Μάριο Πραπόπουλο, Αιμίλιο Μπεντερμάχερ – Γερούση, Κωνσταντίνο Κυριακόπουλο και Πελία Σαγρή, μεταφέρθηκαν τα κιβώτια με τους τόμους της παλιάς Βιβλιοθήκης από το υπόγειο του Δημαρχιακού Μεγάρου στην οικία του τέως Δημάρχου Ιωάννου Βλάχου και στη συνέχεια στο Μέγαρο Καραμανδάνη, Μαιζώνος 42.
Στις 30 Νοεμβρίου 1947, επί Δημάρχου Θεόδωρου Ζαφειρόπουλου, εγκαινιάσθηκε η μεταπολεμική Δημοτική Βιβλιοθήκη, η οποία αριθμούσε περί τους 18.200 τόμους, στην πλειονότητά τους δωρεές των Ανδρέα Μιχαλοκόπουλου, Δημητρίου Γούναρη, Δημητρίου Μάξιμου, Θάνου Βουρλούμη, κ.ά.
Με το Βασιλικό διάταγμα (ΦΕΚ 45 Α/ 21.2.1948), η Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών αποτέλεσε ίδιο ΝΠΔΔ.
Στις 20 Μαΐου 1955 έγιναν τα επίσημα εγκαίνια του νέου κτιρίου της Βιβλιοθήκης και η μεταφορά των βιβλίων της πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1955 όπου και παραμένει μέχρι σήμερα.
Από τον Απρίλιο του 2011, η Βιβλιοθήκη αποτελεί τμήμα του νεοσυσταθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία “Δημοτική Βιβλιοθήκη – Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Πατρέων” το οποίο διοικείται από 15μελές Διοικητικό Συμβούλιο.
Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών διαθέτει σήμερα περίπου 200.000 τόμους βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών. Εξέχουσα θέση κατέχουν οι συλλογές των σπάνιων και πολύτιμων βιβλίων, των αρχείων και των εικαστικών (Πίνακες ζωγραφικής, χαρακτικά και γλυπτά).
Ο εμπλουτισμός της Βιβλιοθήκες προέρχεται από δωρεές πατρινών συμπολιτών, φορέων και εκδοτικών οίκων, αλλά και από προγραμματισμένες αγορές σύμφωνα με τις ανάγκες των χρηστών.
Σκοπός της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών
Σκοπός της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών είναι να προωθεί με δημοκρατικές διαδικασίες και χωρίς φυλετικές και άλλες διακρίσεις την εξάπλωση της γνώσης, της εκπαίδευσης και του πολιτισμού. Να καθιστά εφικτή την πρόσβαση σε κάθε είδους πληροφορία και να δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για την πραγμάτωση πολιτιστικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Επιμέλεια: Ηρακλής Κακαβάνης











