Γεννήθηκα το 1939. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν ενός έτους. Έμεινα με τη μάνα μου τη Βασιλική. Δεν την αποχωρίστηκα ποτέ. Τον πατέρα μου, Αλέξανδρο, τον ξανασυνάντησα στα δώδεκά μου.
Μόλις είχε γυρίσει από την εξορία, στη Μακρόνησο.
Στα δεκαέξι μου συζήτησα το θέμα. Βέβαια, στεναχωρήθηκαν αλλά είχαμε μια ειλικρινή σχέση. Δεν αισθανόμουν διαφορετικός. Δεν είχα τύψεις και ενοχές. Το είπα και στην αρχή της καριέρας μου, το 1965.
Κάποιοι βρέθηκαν να πουν ότι το έκανα επίτηδες. Δεν είναι αλήθεια. Τέτοια πράγματα είναι δίκοπο μαχαίρι. Πιο σημαντικοί άνθρωποι παραδέχτηκαν δημόσια την ομοφυλοφιλία τους. Και μιλάω για τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Γιάννη Τσαρούχη. Η διαφορά ήταν ότι εγώ ερχόμουν σε καθημερινή επαφή με το κοινό.
Μπορούσαν να με αγγίξουν. Μπορούσαν να με ξεφωνίσουν. Εμφανιζόμουν δημόσια κάθε βράδυ. Αυτό ήταν πρόβλημα. Από την άλλη, δηλώνοντας ότι είμαι ομοφυλόφιλος, ήμουν υποχρεωμένος να είμαι πολύ αξιοπρεπής.
Γιατί αντιπροσώπευα ή έτσι ήθελα να νομίζω, ένα μέρος της κοινωνίας που θα ήθελε να το αντιμετωπίζει ο κόσμος πιο σοβαρά. Με μεγαλύτερη λεπτότητα.
Ήθελα να γίνω σπουδαίος ηθοποιός. Δεν έγινα όμως. Ήθελα να παίξω Άμλετ. Τα έβλεπα όλα πολύ ρομαντικά. Τα έβλεπα όλα τέλεια. Τις σχέσεις των ανθρώπων στο Θέατρο, τέλειες. Όμως δεν είναι αυτή η αλήθεια. Υπάρχουν ανταγωνισμοί. Ποτέ μου δε ζήλεψα κανέναν. Ευχόμουν να είναι όλοι όσο το δυνατόν καλύτεροι. Για να είναι άψογο το αποτέλεσμα.
Μου άρεσε το τραγούδι, ο χορός, όλα αυτά μπερδεμένα και βρήκα μια διέξοδο να κάνω αυτό που κάνω. Το επάγγελμα που κάνω το ανακάλυψα. Δεν υπήρχε πριν. Είπα ότι είμαι διασκεδαστής, να τελειώνουμε. Κάποτε η πίστα τελείωσε για μένα. Άλλωστε είχαν αλλάξει τα πράγματα. Αποφάσισα να κάνω τηλεόραση. Ήθελα να υπάρξω ξανά στο χώρο. Ένας κύκλος ανθρώπων που με αγαπούσε, μου το χρέωσε ακριβά.
Είναι όμως μερικές φορές που δεν ξέρει κανείς την ανάγκη σου. Στην περίπτωσή μου δεν ήταν οικονομική. Αλλά δεν μπορούσα να μείνω και άλλο άπραγος. Θα πέθαινα. Προσπάθησα να αποχωριστώ το χειροκρότημα στα πενηντατέσσερά μου χρόνια. Αλλά ήταν νωρίς και μου ήρθε μια τρέλα, γιατί η δουλειά μου καταλαμβάνει το 90% της ζωής μου. Τώρα δε μου έρχεται τρέλα.
Θέλω να φύγω με αξιοπρέπεια. Δε θέλω να γίνω σούργελο. Έχω αρχίσει να γράφω ένα βιβλίο για όλα όσα έχω ζήσει. Δε μου αρέσει ιδιαίτερα αυτό, αλλά το κάνω για τον εξής λόγο: Θέλω να γλιτώσω από το να γράψουν άλλοι για μένα. Η βιογραφία μου θα ακυρώνει όσους θα προσπαθήσουν να με συλήσουν μετά τον θάνατό μου…”
Γιώργος Μαρίνος
Ο Κώστας Τουρνάς είχε πει χαρακτηριστικά για το κομμάτι: «Είχα το ερέθισμα από άνθρωπο που ήξερα και δούλευα μαζί του και ήταν ομοφυλόφιλος, τον Γιώργο Μαρίνο. Ζούσε μία ζωή την οποία ο ίδιος την είχε ομολογήσει, δεν την έκρυβε. Ο “Μηνάς” που λέει μέσα το τραγούδι ήταν το ταίρι του Γιώργου και η “Λέλα” ήταν η αδερφή μου, η οποία δεν ζει πια. Η θεματολογία του τραγουδιού ήταν ταμπού για την εποχή. Η φράση κλειδί σε αυτό το τραγούδι είναι το “θα μπορούσαν να είναι παιδιά σου”. Όταν κάποιος λέει “α την πουστάρα να πούμε, την ξεφωνημένη”, θα μπορούσε αυτός να είναι αδερφός σου, παιδί σου. Εκεί θα το λεγες; Αυτό είναι περισσότερο μια αίσθηση της θέσης που παίρνουμε οι άνθρωποι κατά πώς μας βολεύει εκείνη την ώρα».








