«Μαζί με το εργατικό – λαϊκό κίνημα, τους φοιτητικούς συλλόγους δίνουμε όλες μας τις δυνάμεις και στις 28 Φλεβάρη να ακουστεί ξανά δυνατά σε όλη την Ελλάδα το “ή τα κέρδη τους ή οι ζωές μας”!
Για να μην υπάρξουν νέα Τέμπη, να μη θρηνήσουν και άλλοι γονείς τα παιδιά τους, άλλοι άνθρωποι τους αγαπημένους τους!
Δεν ξεχνάμε! Δεν συγχωρούμε! Θα το πάμε μέχρι τέλους!».
Τα παραπάνω τόνισε από το βήμα εκδήλωσης φοιτητικών συλλόγων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο για τα 3 χρόνια από το έγκλημα στα Τέμπη, η Ελένη Βασάρα, γραμματέας του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών και μητέρα της 23χρονης αδικοχαμένης Αγάπης, τελειόφοιτης φοιτήτριας του Τμήματος Τοπογράφων Μηχανικών του ΑΠΘ.
«Χάσαμε 57 συνανθρώπους μας γιατί ο σιδηρόδρομος λειτουργούσε κυριολεκτικά ως ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι.
Νέα παιδιά. Φορτωμένα όνειρα, δίψα για τη ζωή που ανοιγόταν μπροστά τους. Επέστρεφαν στα σπίτια τους ή στις Σχολές τους με το ασφαλέστερο – όπως μέχρι τότε μας άφηναν να πιστεύουμε – μεταφορικό μέσο.
Τα Τέμπη δεν ήταν μια κακιά στιγμή. Ηταν έκφραση μιας απάνθρωπης πολιτικής, που συσσωρεύει προβλήματα και ανασφάλεια. Μιας πολιτικής που μπροστά στην ανταποδοτικότητα και το κέρδος δεν λογαριάζει την ασφάλεια στις υποδομές, δεν λογαριάζει την ανθρώπινη ζωή», τόνισε.
Αναφέρθηκε στον αγώνα που δίνουν εδώ και δυόμισι χρόνια οι συγγενείς των θυμάτων για την απόδοση ευθυνών, έχοντας απέναντί τους ένα κράτος εχθρικό:
«Προσπάθεια της κυβέρνησης να κρύψει τις ευθύνες της και ταυτόχρονα προσπάθεια να συγκαλυφθούν οι ευθύνες των πολιτικών και των προηγούμενων κυβερνήσεων που οδήγησαν στο έγκλημα.
Οι ανακριτικές πράξεις και η στάση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης μάς ανάγκασαν να κάνουμε εμείς την έρευνα επί της ουσίας. Δυόμισι χρόνια οι οικογένειες των θυμάτων στην προσπάθειά μας να ανακαλύψουμε όλη την αλήθεια, πέρα από τον πόνο της αβάσταχτης απώλειας, βρίσκουμε απέναντί μας την οργανωμένη προσπάθεια συγκάλυψης του κράτους και το ασφυκτικό υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο. Δυόμισι χρόνια αναγκαστήκαμε με τους συνηγόρους μας να παίξουμε τον ρόλο του ντετέκτιβ, προκειμένου να καλύψουμε τα τεράστια κενά, τις ελλείψεις και τις καθυστερήσεις της ανακριτικής διαδικασίας και να εισφέρουμε με την έρευνά μας κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία στη δικογραφία, για να αποδοθούν οι ευθύνες όσο ψηλά κι αν φτάνουν», όπως είπε χαρακτηριστικά.
Ανέλυσε όλη αυτή τη μέχρι τώρα διαδρομή προς την αναζήτηση της δικαίωσης, μέσα από την οποία αναδείχτηκαν οι ευθύνες και μπροστά στην κύρια δίκη που έχει οριστεί για τις 23 Μαρτίου, τόνισε:
«Αν σκεφτούμε ότι αυτήν τη στιγμή εκτός από την κύρια δίκη που έχει οριστεί για τις 23 Μαρτίου, είναι σε εξέλιξη πέντε δίκες, μαζί με τα δικαστικά συμβούλια για τους υπουργούς της ΝΔ, και άλλη μια δικογραφία που δρομολογείται, θα δούμε πώς θα εξελιχθεί, καταλαβαίνουμε ότι: Υπάρχει συγκεκριμένη σκοπιμότητα, όσοι τέλεσαν τις εγκληματικές πράξεις να μη συνδέονται με το έγκλημα των Τεμπών στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Ετσι όχι μόνο αποσυνδέονται από το κύριο έγκλημα, για να πέσουν στα μαλακά οι ευθύνες τους, αλλά δεν αποκαλύπτονται οι συνολικές εγκληματικές ευθύνες, οι αιτίες και οι ένοχοι που οδήγησαν στο έγκλημα στα Τέμπη».
Στήριγμα στον αγώνα μας οι εργαζόμενοι και η νεολαία
«Πάνω στις ματωμένες ράγες του κέρδους, που μας στέρησαν την Αγάπη μας, κινούνται όλοι: Κράτος, κυβερνήσεις, η ΕΕ και οι θεσμοί της. Αυτές οι ράγες πρέπει να ξεριζωθούν για να μην υπάρξουν άλλα Τέμπη, για να υπάρξει πραγματική δικαίωση. Οι εργαζόμενοι, η νεολαία με τον αγώνα τους έχουν αυτή τη δύναμη, αυτοί είναι και το δικό μας στήριγμα», τόνισε και υπογράμμισε:
«Συνεχίζουμε τον αγώνα μας για την αποκάλυψη όλης της αλήθειας και την τιμωρία όλων των ενόχων, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται!
Συνεχίζουμε και απέναντι στην προσπάθεια συγκάλυψης που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, και θα ενισχύεται στην πορεία προς τη δίκη στις 23 Μαρτίου 2026.
Θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας μέχρι τη δικαίωση!
Δικαίωση είναι αφενός η τιμωρία όλων των ενόχων για το τραγικό έγκλημα των Τεμπών και αφετέρου η εξάλειψη των αιτιών που μπορούν να οδηγήσουν σε νέα Τέμπη».







