“Ο Χέγκελ κάνει κάπου την παρατήρηση ότι όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται σαν να λέμε, δυο φορές. Ξέχασε όμως να προσθέσει: τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλη σαν φάρσα” (Κ. Μαρξ “Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη”)
Μεγάλη και παγκόσμια δημοσιότητα πήρε το γεγονός ότι η γνωστή πρόσφατα βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης «ηγέτιδα της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα» το «δώρισε» στον Τραμπ…
Η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, δήλωσε ότι, κατά τη συνάντηση που είχε με τον Ντόναλντ Τραμπ, πρόσφερε στον πρόεδρο των ΗΠΑ το Νόμπελ Ειρήνης που της απονεμήθηκε τον Δεκέμβριο . Όπως γράφει και το σχετικό ρεπορτάζ:
«Πρόσφερα στον πρόεδρο των ΗΠΑ το μετάλλιο, το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης», , προτού αναφερθεί στην ιστορία που αφηγήθηκε στον Τραμπ με πρωταγωνιστή τον Σιμόν Μπολίβαρ, ο οποίος ηγήθηκε των κινημάτων ανεξαρτησίας στη Λατινική Αμερική.Του είπα πως πριν 200 χρόνια ο στρατηγός Λαφαγιέτ έδωσε στον Σιμόν Μπολίβαρ ένα μετάλλιο με τη μορφή του Τζορτζ Ουάσιγκτον. Εκτοτε, ο Μπολίβαρ κράτησε το μετάλλιο για το υπόλοιπο της ζωής του», είπε η Ματσάδο και συνέχισε:«Διακόσια χρόνια αργότερα, ο λαός του Μπολίβαρ δίνει στον κληρονόμο του Ουάσιγκτον ένα μετάλλιο, στην προκειμένη περίπτωση το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης, ως αναγνώριση της απαράμιλλης δέσμευσής του στην ελευθερία μας. Ο Ντόναλντ Τραμπ εξήρε την «υπέροχη χειρονομία» της επικεφαλής της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, αφού η Ματσάδο του προσέφερε το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης κατά τη διάρκεια συνάντησής τους στον Λευκό Οίκο. Η Μαρία μου έδωσε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για το έργο που έφερα σε πέρας».
Φυσικά για το περίφημο «Βραβείο Ειρήνης» πολλά έχουν γραφτεί για τις πολιτικές σκοπιμότητες που κρύβει, αναφορικά με το περιτύλιγμα που έχει προσφέρει σε «γεράκια του πολέμου» ή και γεωστρατηγικές επιδιώξεις του ιμπεριαλισμού σε διάφορες περιοχές. Ορισμένα παραδείγματα:
– Henry Kissinger , Νόμπελ Ειρήνης (1973).Του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης για την τερματισμό του Πολέμου στο Βιετνάμ ενώ είχε ενεργή ανάμειξη κλαι σε αυτόν αλλά και σε πλήθος πραξικοπήματα κλπ…
-Mεναχέμ Μπεγκίν , Νόμπελ Ειρήνης 1978: Υπήρξε ηγέτης της ακραίας σιωνιστικής οργάνωσης Irgun που το 1946 ανατίναξε το ξενοδοχείο King David –έδρα της βρετανικής διοίκησης εκείνη την εποχή- στην Ιερουσαλήμ το σκοτώνοντας 91 άτομα και τραυματίζοντας 46. Μάλιστα, «τίμησε» το βραβείο Νόμπελ, διατάσσοντας την εισβολή στον Λίβανο το 1982 κλπ
-Μπαράκ Ομπάμα , Νόμπελ Ειρήνης (2009): Η προεδρία του συνδέθηκε με στρατιωτική δράση στη Λιβύη (2011), που προκάλεσε εσωτερικές πολιτικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ ενώ στην πραγματικότητα παράτεινε πολέμους και συντέλεσε στην επικράτηση εσωτερικού χάους.
Φυσικά ανάλογες πολιτικές-ιδεολογικές σκοπιμότητες υπήρχαν και σε άλλα Νόμπελ όπως αυτό της Λογοτεχνίας.
Ας όμως ξαναγυρίσουμε στη υπόθεση της επανάληψης αυτού του γεγονότος και της επιβεβαίωσης της φράσης του Κ. Μαρξ, δηλαδή ένας βραβευμένος να δίνει το βραβείο του κάπου άλλου, μέσω βαθιών ιδεολογικών συμβολισμών.
Έτσι έχουμε το παράδειγμα του νορβηγού συγγραφέα Κνουτ Χάμσουν (το έργο του έχει μεταφραστεί και στη χώρα μας) που πήρε το 1920 Νόμπελ Λογοτεχνίας (μάλιστα όταν το 1920 τού απονεμήθηκε το Βραβείο Νομπέλ λέγεται πως μόνο κατόπιν πιέσεων ενέδωσε να μεταβεί στη Στοκχόλμη και να το παραλάβει. Αυτός από τα νιάτα του είχε φιλογερμανικά αισθήματα ήταν αντίθετος με τον “βρετανικό ιμπεριαλισμό” που απειλούσε τη χώρα του, μισούσε τον κομμουνισμό και τους μπολσεβίκους. Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο υποστήριζε τη Γερμανία και το 1930 ήταν υπέρ του φασιστικού κινήματος της Νορβηγίας (Υποστήριξε ένθερμα τον Βίντκουμ Κουίσλινγκ, ο οποίος είχε ιδρύσει το φασιστικό κόμμα Εθνική Ενωση το 1933 και διορίστηκε πρωθυπουργός της Νορβηγίας την περίοδο της Κατοχής από τους κατακτητές), αλλά και της κατάληψης της χώρας του από τους Ναζί.
Ο Χάμσουν ενέκρινε επίσης τους αντιεβραϊκούς νόμους του Τρίτου Ράιχ, σχολιάζοντας: “Καταλαβαίνω ότι η Γερμανία θέλει απλώς να περιορίσει την εβραϊκή εξουσία στη χώρα, αφού δεν είναι οι Εβραίοι, αλλά οι Γερμανοί, που θα έπρεπε να κυβερνούν στη Γερμανία”.
Ο Γκέμπελς μάλιστα λάτρεψε τα έργα του που τα χρησιμοποίησε ως προπαγανδιστικό εργαλείο στην ιδεολογία της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Το 1943, παρέδωσε το Νόμπελ του, στον Γιόζεφ Γκέμπελς, σημειώνοντας στη συνοδευτική επιστολή ότι “το Νόμπελ καθιέρωσε το βραβείο του για να ανταμείβει τα “ιδεαλιστικά” έργα και δεν γνωρίζω κανέναν που να είναι πιο ιδεαλιστής στις ομιλίες και τα άρθρα του, για το μέλλον της Ευρώπης και της ανθρωπότητας από εσάς”.
Το 1943, ο Χάμσουν «τιμήθηκε» για την όλη «προσφορά» του, με μια προσωπική συνάντηση με τον Χίτλερ (στις 26 Ιουνίου του 1943 συνάντησε τον Χίτλερ στο σπίτι του στο Μπέργκοφ) ενώ μετά την αυτοκτονία του έγραψε μια φλογερή νεκρολογία (στο τελευταίο φύλλο του ναζιστικού εντύπου «Aftenposten») στην οποία έγραφε, μεταξύ άλλων: “Δεν είμαι άξιος να μιλήσω δημόσια για τον Αδόλφο Χίτλερ, άλλωστε, η ζωή και οι πράξεις του δεν προσφέρονται για συναισθηματισμό. Ήταν πολεμιστής, αγωνιστής της ανθρωπότητας, κήρυκας του Ευαγγελίου των δικαιωμάτων όλων των λαών. Ήταν ένας μεταρρυθμιστής της ανώτερης τάξης, προορισμένος από την ιστορική μοίρα να δράσει σε μια εποχή απαράμιλλης σκληρότητας, η οποία τελικά τον πρόλαβε… Εμείς, οι πιο στενοί συνεργάτες του, σκύβουμε το κεφάλι μας πάνω από τις στάχτες του”.
Τον Ιούνιο του 1945, ο σοβιετικός τύπος ανέφερε τη σύλληψη του Νορβηγού συγγραφέα Κνουτ Χάμσουν (1859-1952). Σε άρθρο, με τίτλο “Οι Νορβηγοί και ο ” έγραφε : “Όταν ο Νορβηγός συγγραφέας Κνουτ Χάμσουν έγινε ανοιχτά δόλιος, οι πρώην θαυμαστές του εξέφρασαν την περιφρόνησή τους, γι’ αυτόν με έναν πολύ ιδιόρρυθμο τρόπο: Συνέλεγαν τα βιβλία του Χάμσουν από παντού και τα έστελναν, ταχυδρομικώς, στον συγγραφέα χωρίς καμία εξήγηση. Το μικρό ταχυδρομείο στην πόλη όπου ζούσε ο Χάμσουν ήταν τόσο γεμάτο με καθημερινά δέματα που αναγκάστηκε να διπλασιάσει το προσωπικό του. Λένε επίσης ότι μια πολυτελής έκδοση των πλήρων έργων του Χάμσουν, όμορφα δεμένη και με το προσωπικό του αυτόγραφο, πουλήθηκε σε δημοπρασία. Πουλήθηκε με το πρώτο χτύπημα του σφυριού για ένα τέταρτο του δολαρίου ΗΠΑ.(25 σεντς). Ο αγοραστής έστειλε αμέσως την αγορά στον Χάμσουν”.
Πάντως δεν γνωρίζουμε ακόμη την «τύχη» θα έχει τόσο η νομπελίστρια, όσο ο «πλανητάρχης». Λέτε να επιβεβαιωθεί ξανά η ρήση του Κ. Μαρξ;








