Οι αμερικάνικες πολιτείες εκτός από χρηματική αποζημίωση ζητούν από τη «Meta» να προχωρήσει σε αλλαγές στα προϊόντα της, όπως για παράδειγμα να τροποποιήσει τους αλγόριθμους προτάσεων που «χειραγωγούν την ντοπαμίνη», να αφαιρέσει τα φίλτρα εικόνας που αλλοιώνουν τα χαρακτηριστικά των χρηστών, να καταργήσει την αυτόματη αναπαραγωγή βίντεο, κ.ά.
Ο ίδιος ο Arturo Bejar, πρώην υπάλληλος της «Meta», κληθείς να καταθέσει στο δικαστήριο, δήλωσε πως η εταιρεία διέθετε τεχνολογία για να επισημαίνει εκατομμύρια χρήστες που ενδεχομένως ήταν κάτω των 13 ετών, αλλά υιοθέτησε την πολιτική «μην ρωτάς, μην λες», επειδή θα αύξανε τα κέρδη της μακροπρόθεσμα, διαλέγοντας όπως κατέθεσε «την εμπλοκή των χρηστών και το κέρδος έναντι της ασφάλειας». Υπενθυμίζεται μάλιστα, πως πίσω στο 2021 η Francis Haugen, πρώην εργαζόμενη στο «Facebook», είχε δώσει στο φως της δημοσιότητας εσωτερικά απόρρητα έγγραφα έρευνας της ίδιας της εταιρείας, τα οποία αποκάλυπταν ότι η ηγεσία του ομίλου γνώριζε πολύ καλά πως η πλατφόρμα κατέστρεφε την ψυχική υγεία κυρίως εφήβων κοριτσιών, ωστόσο συνειδητά επέλεγαν να απορρίψουν τα μέτρα ασφαλείας καθώς κάτι τέτοιο θα μείωνε τον χρόνο χρήσης της πλατφόρμας και άρα και τα κέρδη τους. Μπροστά σε όλα αυτά, η υπερασπιστική γραμμή του μονοπωλιακού ομίλου ηχεί ως καθαρή πρόκληση, με τους δικηγόρους της εταιρίας να ισχυρίζονται πως «δεν υφίσταται επιστημονικά ο εθισμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης» και ότι οι πλατφόρμες τους «προσφέρουν θετικές εμπειρίες».
Για του λόγου το αληθές, στην περίπτωση της «Meta», ακόμη και οι αποφάσεις των αμερικάνικων δικαστηρίων αποφεύγουν να επιβάλουν ριζικές αλλαγές π.χ. στη λειτουργία του ατέρμονου scroll ή της αυτόματης αναπαραγωγής βίντεο επικαλούμενες την προστασία της «ανταγωνιστικότητας της εταιρείας» και την «ελευθερία του λόγου» των πολυεθνικών!
Την ίδια ώρα, τα 200 δισ. δολάρια που ζητούν από την εταιρεία ως αποζημίωση οι Πολιτείες αποτελούν κυριολεκτικά ψίχουλα για ένα μονοπώλιο με ετήσια κέρδη που αγγίζουν τα 60 δισ., αποδεικνύοντας πως το «τιμωρό» χέρι της αστικής δικαιοσύνης φτάνει μέχρι εκεί που …δεν θίγεται το συμφέρον του κεφαλαίου.
Και όσο γι’ αυτό χαρακτηριστικές είναι και οι δεκάδες σχετικές υποθέσεις όπου τα μονοπώλια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αξιοποιώντας και όλα τα σχετικά παραθυράκια της αστικής νομοθεσίας, «καθάρισαν» με έναν εξωδικαστικό μηχανισμό …και ούτε γάτα, ούτε ζημιά.
Ακόμα και οι όποιες υποτιθέμενες ρυθμίσεις και «δικλείδες» μπαίνουν στα συστήματά τους «είναι σχεδιασμένες να αποτύχουν» όπως λένε οι ίδιοι οι σχεδιαστές τους, σημειώνοντας π.χ. πως είναι έτσι σχεδιασμένες, ώστε η πλειοψηφία να μην μπαίνει στον κόπο να τις ενεργοποιήσει. «Είναι σαν να πρέπει να ανοίγεις τον αερόσακο κάθε φορά που μπαίνεις στο αυτοκίνητο», έλεγε χαρακτηριστικά ο προαναφερόμενος μάρτυρας Art. Bejar στην κατάθεσή του.
Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της υποκρισίας, αρκεί να ρίξει κανείς ματιά στην ευρωενωσιακή προσέγγιση του θέματος. Η «φιλεύσπλαχνος» ΕΕ που πριν από λίγο καιρό χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την προστασία των παιδιών στο διαδίκτυο ψήφισε τον αντιδραστικό κανονισμό Chat Control απελευθερώνοντας τη μαζική παρακολούθηση των πάντων, όσον αφορά την περίπτωση της «Meta» σε προκαταρκτικά συμπεράσματα έρευνάς της ανέφερε: «Η “Meta” δεν αξιολόγησε σωστά τους κινδύνους, που δημιουργούν βασικά χαρακτηριστικά των δύο πλατφορμών». Γιατί για την ένωση του κεφαλαίου το ζήτημα χαρακτηρίζεται ως «μη σωστή αξιολόγηση», ξεπλένοντας τις ευθύνες του μονοπωλιακού ομίλου, κι όχι ως κυνήγι του κέρδους.
Ενώ δεδομένο είναι και πως οι παραβιάσεις των προσωπικών δεδομένων, όπως και όλα τα υπόλοιπα, αξιοποιούνται και ως πρόσχημα στα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών και άλλων ανταγωνισμών, όπως π.χ. δείχνει και η περίπτωση των προστίμων της ΕΕ απέναντι στα αμερικάνικα μονοπώλια στα πλαίσια των εμπορικών πολέμων, όπως και προηγούμενες υποθέσεις στις ΗΠΑ, όπως π.χ. οι σφοδρές επιθέσεις του Τραμπ στο «TikTok» της κινέζικης «ByteDance», με πρόσχημα αντίστοιχα ζητήματα, κριτική που κράτησε …μέχρι την τελική μεταβίβαση του αμερικανικού σκέλους της πλατφόρμας σε κοινοπραξία υπό αμερικανικό έλεγχο («Oracle» του σφόδρα φιλο-ισραηλινού Larry Ellison, Silver Lake και το επενδυτικό ταμείο MGX του Αμπου Ντάμπι).
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι τεχνολογικό αλλά φύσει ταξικό. Δεν λύνεται ούτε βάζοντας τον λύκο να φορέσει την «προβιά» του δήθεν τάχα φύλακα για τα πρόβατα, ούτε με την επίκληση της «ατομικής ευθύνης» των γονιών, από τους οποίους ζητάνε να τα βάλουν κατά μόνας με τα επιτελεία των επιχειρηματικών ομίλων που βρίσκονται πίσω από τις εφαρμογές και μάλιστα την ίδια στιγμή που σπάνε κόκαλα η εντατικοποίηση, ο εργασιακός μεσαίωνας, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου.
Η νέα εποχή στην τεχνολογία απαιτεί σε όλα τα επίπεδα μια νέα εποχή στην κοινωνία, τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό, εκεί όπου η επιστήμη, η τεχνολογία και η παραγωγή δεν θα υποτάσσονται στο κέρδος των λίγων, αλλά θα υπηρετούν τις σύγχρονες ανάγκες των πολλών. Μόνο όταν και τα ψηφιακά μέσα, μαζί με τα υπόλοιπα μέσα παραγωγής περάσουν στα χέρια της εργατικής τάξης, η προστασία, η ασφάλεια και η ολόπλευρη ανάπτυξη των εργαζομένων και των παιδιών τους θα γίνουν η απόλυτη προτεραιότητα.
Ριζοσπάστης
ΚΚΕ: Ο εθισμός των νέων στα social media δεν αντιμετωπίζεται με απαγορεύσεις και ευχολόγια












