Η ταινία δεν αφορά τα φαντάσματα που παρακολουθούν τους ζωντανούς. Αφορά τους ζωντανούς που συνειδητοποιούν ότι είναι ήδη φαντάσματα. Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Αθήνα (Κυψέλη, Εξάρχεια, ιστορικό κέντρο, Δραπετσώνα) και αποτελεί ένα, εγκωμιασμένο από τον διεθνή και ελληνικό τύπο, κινηματογραφικό επίτευγμα. Αξίζει να πούμε ότι η πρωταγωνίστρια του φιλμ, η υπέροχη Jessie Buckley απέσπασε τη Χρυσή Σφαίρα και είναι φαβορί για Όσκαρ με την ταινία Άμνετ.
27λ _πρωταγωνιστούν: Jessie Buckley, Josef Akiki _ φωτογραφία: Michał Dymek πρόσθετη φωτογραφία Γιώργος Κουτσαλιάρης _ Μουσική: Ella van der Woude
Γράφει ο \\ Αστέρης Αλαμπής _Μίδας

Προβολή-συζήτηση στις 1/2/26 στις 19:00 στο STUDIO new star art cinema _Μετά από την προβολή, ο ποιητής και συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης συνομιλεί με: τον πολυβραβευμένο σκηνοθέτη, τον Ρένο Χαραλαμπίδη, την Αμαλία Καβάλη και τον θεωρητικό κινηματογράφου Γιάννης Σμοΐλη
“Τα φαντάσματα είναι απλώς άνθρωποι που δεν έχουν αποδεχτεί ότι ο χρόνος τους τελείωσε. Η Αθήνα έμοιαζε με μια πόλη όπου ο χρόνος επικαλύπτεται με τον εαυτό του. Αυτό έκανε αδύνατο να μη σκεφτείς τον θάνατο “. Charlie Kaufman _ “Ο θάνατος στην ταινία δεν είναι τραγικός. Είναι ήσυχος. Σχεδόν διοικητικός “- Eva H.D.
Δύο πρόσφατα νεκροί περιπλανώνται στην Αθήνα. Εκείνος, Λιβανέζος queer μεταφραστής. Εκείνη, φωτογράφος με ιρλανδική καταγωγή. Η παρουσία τους στην πόλη δεν οργανώνεται ως αφήγηση, αλλά ως στοχασμός. Η ταινία αναπτύσσεται ποιητικά, μέσα από εικόνες και φωνές, εξερευνώντας τη μνήμη, τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο και την ανάγκη να αφήσει ένα ίχνος ύπαρξης. Η Αθήνα δεν λειτουργεί ως φόντο, αλλά ως ενεργός συνομιλητής: η ιστορία της, από την αρχαιότητα έως τη δικτατορία, διαπερνά το παρόν, καθιστώντας την πόλη συν-αφηγητή της εμπειρίας των “φαντασμάτων “. ” Η Αθήνα είναι μια πόλη όπου τα οστά της Ιστορίας είναι διαρκώς εκτεθειμένα – είτε πρόκειται για τις ανοιχτές πληγές από τη δικτατορία της δεκαετίας του 1970 είτε για τα μνημεία που στέκονταν όρθια όταν ο λοιμός εξολόθρευσε τόσους πολίτες πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Είναι ο ιδανικός τόπος για να ξετυλίξει κανείς το κουβάρι του παρελθόντος και του παρόντος και να διερευνήσει πώς οι πολιτικές και οι επιθυμίες των νεκρών συνεχίζουν να ζουν μέσα μας”. Charlie Kaufman _”Θέσαμε το ερώτημα, τι νομίζεις ότι θα ήθελες να δεις στην πόλη αν ήξερες ότι σήμερα είναι η τελευταία ημέρα της ζωής σου, τι θα ήθελες οπωσδήποτε να θυμάσαι, γιατί φοβάσαι ότι δεν θα το ξαναδείς” Eva H.D
Περιθωριοποιημένοι όσο ζούσαν, οι δύο ήρωες της ταινίας επαναλαμβάνουν τη φράση “Το να μην ανήκεις είναι πατρίδα “. ” Είναι άνθρωποι που δεν ανήκουν σε παραδοσιακές κατηγορίες, δεν μπορούν να καταταγούν εύκολα σε κάποιον τύπο, για παράδειγμα από πού είναι, αλλά ίσως να μην είναι και από πουθενά “, εξήγησε η Εύα H.D. “Όμως, υπάρχει μια κληρονομιά στο μη ανήκειν και μπορείς να βρεις τους συμπολίτες σου σε ολόκληρο τον κόσμο και αυτό είναι μεγάλη χαρά “, συμπλήρωσε. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στην Αθήνα σε μόλις έξι μέρες. Ο Τσάρλι Κάουφμαν περιέγραψε τις μεγάλες δυσκολίες που συνάντησαν, κυκλοφοριακή συμφόρηση και παγωνιά. “Είχαμε 37 μετακινήσεις σε έξι μέρες και προσπαθήσαμε να το κάνουμε με τρόπο που να μπορούμε να μετακινηθούμε με τα πόδια, γιατί υπήρχε τρομερό κυκλοφοριακό. Ήταν πολύ δύσκολο, συνεχώς χάναμε τον χρόνο, χάναμε το φως. Η πίεση ήταν πολύ μεγάλη. Την τελευταία μέρα το νερό ήταν παγωμένο, έκανε πολύ κρύο, ο ήλιος έδυε και δεν ξέραμε πώς να κάνουμε το γύρισμα. Είχαμε μόνο μία δυνατότητα, αλλά τα καταφέραμε”, περιέγραψε προσθέτοντας: “Πήγαν πολλά πράγματα άσχημα εκείνη την ημέρα εκτός από αυτή τη στιγμή, τη στιγμή που τη χρειαζόμασταν “. official site EVA H.D
_ 📽️ Δείτε και την άποψη του flix.gr
_ 🎶 ogdoo.gr 12-Δεκ-2025
Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 82ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, η ταινία παρουσιάστηκε χθες για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, παρουσία του σκηνοθέτη Τσάρλι Κάουφμαν, της σεναριογράφου Εύα H.D. και άλλων συντελεστών.
“Κάποια στιγμή στη ζωή, η ομορφιά του κόσμου αρκεί. Δεν χρειάζεται να τη φωτογραφίσεις, να τη ζωγραφίσεις ή ακόμα και να τη θυμάσαι. Είναι πλέον αρκετή”. Με το παραπάνω απόφθεγμα της συγγραφέα Τόνι Μόρισον ξεδιπλώνεται το “νήμα” της ταινίας και για τα επόμενα 27λ δύο φαντάσματα, ένας μεταφραστής και μία φωτογράφος που μόλις έχουν πεθάνει, περιπλανιούνται στους δρόμους της Αθήνας, με φόντο τον παλλόμενο αστικό ιστό και τους επίμονους απόηχους ιστορικών στιγμών της, όπως ο λοιμός της αρχαίας Αθήνας και η Δικτατορία. Η Αθήνα στο “How to Shoot a Ghost” είναι φτιαγμένη από θραύσματα μνήμης, αρχειακό υλικό και καθηλωτικές εικόνες. Είναι μια πόλη, στην οποία, όπως έχει γράψει χαρακτηριστικά ο Τσάρλι Κάουφμαν στο σκηνοθετικό του σημείωμα, “τα λείψανα της Ιστορίας βρίσκονται πάντα σε έκθεση”.
“Θέσαμε το ερώτημα, τι νομίζεις ότι θα ήθελες να δεις στην πόλη αν ήξερες ότι σήμερα είναι η τελευταία ημέρα της ζωής σου, τι θα ήθελες οπωσδήποτε να θυμάσαι, γιατί φοβάσαι ότι δεν θα το ξαναδείς”, παρατήρησε η σεναριογράφος της ταινίας και ποιήτρια Εύα H.D. κατά τη διάρκεια συζήτησης στη Στέγη, αμέσως μετά την πρώτη πανελλήνια προβολή της ταινίας. Ο Τσάρλι Κάουφμαν, σκηνοθέτης της ταινίας “Η συνεκδοχή της Νέας Υόρκης” και βραβευμένος με Όσκαρ σεναριογράφος της συγκλονιστικής “Αιώνιας λιακάδας ενός καθαρού μυαλού”, συμπλήρωσε: ” Ένα σημαντικό στοιχείο που είχαμε στο μυαλό μας, επίσης, είναι ότι οι πρωταγωνιστές δεν μπορούν να αγγίξουν τίποτα. Μπορούν να πλησιάσουν μεταξύ τους χωρίς καν να αγγιχθούν. Και υπάρχει αυτή η απόσταση που εκφράζεται από τη σιωπή του περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκονται”.
Περιθωριοποιημένοι όσο ζούσαν, οι δύο ήρωες της ταινίας επαναλαμβάνουν τη φράση “Το να μην ανήκεις είναι πατρίδα”. ” Είναι άνθρωποι που δεν ανήκουν σε παραδοσιακές κατηγορίες, δεν μπορούν να καταταγούν εύκολα σε κάποιον τύπο, για παράδειγμα από πού είναι, αλλά ίσως να μην είναι και από πουθενά”, εξήγησε η Εύα H.D. ” Όμως, υπάρχει μια κληρονομιά στο μη ανήκειν και μπορείς να βρεις τους συμπολίτες σου σε ολόκληρο τον κόσμο και αυτό είναι μεγάλη χαρά”, συμπλήρωσε.
Το υλικό των εξωτερικών γυρισμάτων συνυφαίνεται με δείγματα φωτογραφίας δρόμου, πλάνα από ιστορικά αρχεία και παλιά οικογενειακά βίντεο. Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Ωνάση και executive producer της ταινίας, Αφροδίτη Παναγιωτάκου, χαρακτήρισε την ταινία “πανέμορφα περίεργη, σε έναν χώρο πολύ οικείο σε εμάς που τον βλέπαμε σαν κάτι το τελείως καινούριο, στην ίδια μας την πόλη”. Θέτοντας το ερώτημα στους συντελεστές πώς αισθάνθηκαν κατά την προβολή της ταινίας στην Αθήνα, ο Κάουφμαν παραδέχτηκε ότι “ήταν μεγαλύτερο το στρες, αλλά και πολύ πιο ενδιαφέρον, γιατί βρισκόμαστε εδώ με ανθρώπους που ξέρουν τον τόπο”.
Πολύ έντονη παρουσία στην ταινία έχει η μουσική, την οποία υπογράφει η Έλλα βαν ντερ Βούντε, και οι συντελεστές αποκάλυψαν ότι θα κυκλοφορήσει και δισκογραφικά.








