Πάνω από 130 δημιουργοί καταγγέλλουν αυταρχική στροφή στον εκδοτικό χώρο, αποχωρούν συλλογικά και ανοίγουν μέτωπο για την ελευθερία της έκφρασης και την ιδιοκτησία του πνευματικού έργου
Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Σε μια σύγκρουση με βαθιές πολιτικές και πολιτιστικές προεκτάσεις, που ξεπερνά τα στενά όρια του εκδοτικού κλάδου, περισσότεροι από 130 συγγραφείς του γαλλικού ιστορικού εκδοτικού οίκου Grasset προχώρησαν σε μια μαζική και δημόσια ρήξη, ανακοινώνοντας ότι αποχωρούν και διακόπτουν κάθε μελλοντική συνεργασία. Η αφορμή ήταν η απομάκρυνση του επί 26 χρόνια επικεφαλής του οίκου, Olivier Nora, όμως το περιεχόμενο της σύγκρουσης είναι σαφώς ευρύτερο: αφορά τον έλεγχο της πολιτιστικής παραγωγής, την ιδεολογική κατεύθυνση των μέσων και τη συγκέντρωση εξουσίας σε έναν επιχειρηματικό όμιλο.
Η ανοιχτή επιστολή των συγγραφέων διατυπώνει με ωμότητα το διακύβευμα: «Αρνούμαστε να γίνουμε όμηροι σε έναν ιδεολογικό πόλεμο που έχει ως στόχο την επιβολή αυταρχισμού στον πολιτισμό και τα ΜΜΕ». Δεν πρόκειται για μια απλή διαμαρτυρία επαγγελματικού χαρακτήρα, αλλά για μια συλλογική πολιτική τοποθέτηση απέναντι σε αυτό που οι ίδιοι περιγράφουν ως απόπειρα ελέγχου των ιδεών και της δημιουργίας. Οι συγγραφείς δηλώνουν ότι, παρότι υπήρξαν ή παραμένουν συνδεδεμένοι με τη Grasset, είτε ως ήδη εκδιδόμενοι είτε με προγραμματισμένα έργα, «δεν πρόκειται να υπογράψουμε το επόμενο βιβλίο μας» με τον συγκεκριμένο οίκο, θέτοντας έτσι ένα σαφές όριο.
Κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση είναι ο Vincent Bolloré, ένας από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες στη Γαλλία, ο οποίος μέσω της εταιρείας Vivendi απέκτησε τον έλεγχο του εκδοτικού κολοσσού Hachette Livre το 2023. Μέσω αυτής της εξαγοράς, η Grasset, ένας οίκος με ιστορία που ξεκινά από το 1907 και συνδέεται με κορυφαία ονόματα της γαλλικής και διεθνούς λογοτεχνίας, πέρασε ουσιαστικά υπό τον έλεγχο και την επιρροή του. Η τοποθέτηση του Jean-Christophe Thiery, στενού συνεργάτη του Bolloré, στη θέση του Nora, θεωρήθηκε από τους συγγραφείς ως επιβεβαίωση μιας στρατηγικής πολιτικού και ιδεολογικού ελέγχου.
Η αντίδρασή των συγγραφέων δεν περιορίζεται σε συμβολικό επίπεδο. Στην επιστολή τους, οι δημιουργοί καταγγέλλουν ευθέως ότι η απομάκρυνση του Nora συνιστά «απαράδεκτη επίθεση στην εκδοτική ανεξαρτησία και την καλλιτεχνική ελευθερία». Περιγράφουν τον επί δεκαετίες επικεφαλής τους ως τον άνθρωπο που εξασφάλιζε την ισορροπία σε έναν εκδοτικό χώρο όπου συνυπήρχαν αντικρουόμενες ιδέες και αισθητικές, σημειώνοντας ότι λειτουργούσε ως «ασπίδα» απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις. Η απομάκρυνσή του, επομένως, δεν εκλαμβάνεται ως μια απλή διοικητική αλλαγή, αλλά ως ρήξη με ένα μοντέλο εκδοτικής λειτουργίας που βασιζόταν στην αυτονομία. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η αναφορά των συγγραφέων στη στάση του Bolloré: «Για ακόμη μία φορά λέει “είμαι στο σπίτι μου και κάνω ό,τι θέλω”», σημειώνουν, καταγγέλλοντας μια λογική ιδιοκτησιακού ελέγχου που εκτείνεται από τις επιχειρήσεις μέχρι το ίδιο το περιεχόμενο της πολιτιστικής παραγωγής. Η κριτική τους δεν αφορά μόνο τη διοίκηση, αλλά το σύνολο της αλυσίδας του βιβλίου: από τους εργαζόμενους στις εκδόσεις μέχρι τους αναγνώστες, που, όπως επισημαίνουν, αγνοούνται πλήρως. «Δεν θέλουμε οι ιδέες μας, η δουλειά μας, να γίνουν ιδιοκτησία του», τονίζουν, θέτοντας στο επίκεντρο το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας ως πολιτικό διακύβευμα.
Η κίνηση συνοδεύεται και από συγκεκριμένα νομικά βήματα. Οι συγγραφείς δηλώνουν ότι θα προσφύγουν στη δικαιοσύνη προκειμένου να ανακτήσουν τα δικαιώματα των έργων τους, ανοίγοντας έτσι ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης που μπορεί να έχει ευρύτερες επιπτώσεις για το εκδοτικό σύστημα συνολικά. Αν επιβεβαιωθεί αυτή η κατεύθυνση, δεν πρόκειται μόνο για μια αποχώρηση, αλλά για μια ιστορική προσπάθεια αποδέσμευσης από ένα συγκεντρωτικό μοντέλο διαχείρισης της πολιτιστικής παραγωγής.
Η σύνθεση των υπογραφόντων δίνει ιδιαίτερο βάρος στην κινητοποίηση. Συγγραφείς όπως η Virginie Despentes, γνωστή για τον ριζοσπαστικό φεμινιστικό της λόγο, ο Bernard-Henri Lévy, μια εμβληματική μορφή της γαλλικής διανόησης, και η Vanessa Springora, που έχει σημαδέψει τη δημόσια συζήτηση με το έργο της, συνυπάρχουν στην ίδια λίστα με δεκάδες άλλους δημιουργούς διαφορετικών ιδεολογικών και αισθητικών καταβολών. Το γεγονός ότι αυτή η ετερογενής ομάδα συγκλίνει σε μια κοινή στάση υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Η απομάκρυνση του Nora εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία αναδιάρθρωσης που ξεκίνησε μετά την εξαγορά της Hachette. Προηγήθηκαν συγκρούσεις με κορυφαία στελέχη, όπως ο Arnaud Nourry και η Sophie de Closets, οι οποίοι αποχώρησαν μετά από διαφωνίες με τη νέα διοίκηση. Το μοτίβο είναι σαφές: κάθε φωνή που υπερασπίζεται την εκδοτική αυτονομία έρχεται αντιμέτωπη με μια συγκεντρωτική στρατηγική που επιδιώκει τον έλεγχο.

Αντιδραστικές και ακροδεξιές ιδέες
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κλίματος παίζουν και τα μέσα ενημέρωσης που ανήκουν στον Bolloré. Το τηλεοπτικό δίκτυο CNews και η εφημερίδα Le Journal du Dimanche έχουν επανειλημμένα κατηγορηθεί ότι λειτουργούν ως πλατφόρμες για την προώθηση αντιδραστικών και ακροδεξιών ιδεών, δίνοντας συστηματικά χώρο σε πρόσωπα και λόγους που μέχρι πρότινος βρίσκονταν στο περιθώριο του δημόσιου διαλόγου και συμβάλλοντας, σύμφωνα με επικριτές, στη «νομιμοποίηση» της ακροδεξιάς ατζέντας. Η συζήτηση αυτή δεν είναι αφηρημένη: η εισαγγελία του Παρισιού έχει ήδη ξεκινήσει έρευνα για ρατσιστικά σχόλια σε βάρος του δημάρχου του Saint-Denis, Bally Bagayoko, που προβλήθηκαν στο CNews, αναδεικνύοντας με συγκεκριμένο τρόπο το πώς η ιδεολογική μετατόπιση μπορεί να μεταφράζεται σε λόγο μίσους στον δημόσιο χώρο. Παράλληλα, στο πεδίο του βιβλίου, η ενσωμάτωση εκδοτικών οίκων όπως ο Fayard στον ίδιο όμιλο συνοδεύτηκε από την ανάδειξη συγγραφέων που κινούνται στον χώρο της ακροδεξιάς, όπως ο Jordan Bardella και ο Philippe de Villiers, στοιχείο που ενισχύει την αίσθηση μιας συνολικής ιδεολογικής αναδιάταξης και όχι μεμονωμένων επιλογών.
Η επέκταση αυτή προκαλεί ανησυχία και σε άλλους τομείς του βιβλίου. Ανεξάρτητοι βιβλιοπώλες στη Γαλλία έχουν ήδη προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που συνεπάγεται η συγκέντρωση τόσο μεγάλης ισχύος σε έναν όμιλο, υπογραμμίζοντας ότι όταν ο ίδιος επιχειρηματικός πόλος ελέγχει την παραγωγή, τη διανομή και την προβολή του βιβλίου, τότε διαμορφώνονται όροι ασφυκτικού περιορισμού της πολυφωνίας και, τελικά, του ίδιου του δημόσιου λόγου.
Η σύγκρουση έχει ήδη λάβει και σαφείς πολιτικές διαστάσεις. Ο ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος Olivier Faure κατηγόρησε τον Bolloré ότι επιχειρεί να «λοβοτομήσει τις εκδόσεις», ενώ ο πρώην πρωθυπουργός Bernard Cazeneuve μίλησε για «επίθεση της αντιδραστικής ιδεολογίας». Ο Jean-Luc Mélenchon κατήγγειλε ευθέως την πρόκληση προς τη γαλλική λογοτεχνική σκηνή, ενώ ο Dominique de Villepin εξέφρασε την πλήρη υποστήριξή του στον Nora, κάνοντας λόγο για «απαράδεκτες μεθόδους» και «ιδεολογική σταυροφορία».
Καθοριστική ήταν και η συμβολή της συγγραφέα Colombe Schneck, η οποία συνέβαλε στην οργάνωση της κινητοποίησης και υπογράμμισε ότι το βασικό διακύβευμα είναι να μην μετατραπεί το σύνολο των εκδοτικών οίκων της Hachette σε όχημα μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής κατεύθυνσης.
Η χρονική συγκυρία προσδίδει επιπλέον βαρύτητα στη σύγκρουση. Η μαζική αποχώρηση συμπίπτει με την έναρξη του Festival du Livre de Paris, ενός από τα σημαντικότερα διεθνή γεγονότα για το βιβλίο, όπου συμμετέχουν συγγραφείς και επαγγελματίες από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν η κρίση αυτή θα μεταφερθεί και σε διεθνές επίπεδο, επηρεάζοντας τη συνολική εικόνα της γαλλικής εκδοτικής βιομηχανίας.
Στο επίκεντρο όλων αυτών βρίσκεται μια θεμελιώδης σύγκρουση: η αντιπαράθεση ανάμεσα στην πολιτιστική δημιουργία ως πεδίο ελευθερίας και στην προσπάθεια συγκεντρωτικού ελέγχου της. Οι συγγραφείς της Grasset δεν διαμαρτύρονται απλώς για μια διοικητική απόφαση αλλά θέτουν ένα συνολικό ζήτημα δημοκρατίας στον χώρο του πολιτισμού, επισημαίνοντας ότι η μάχη για την ανεξαρτησία της έκφρασης είναι αδιαχώριστη από τη μάχη για τον έλεγχο των μέσων και των ιδεών. Το παράδειγμά τους οφείλουμε να το ακολουθήσουμε και στην Ελλάδα, όπου η ανεξαρτησία της έκφρασης, στην ενημέρωση, στη λογοτεχνία και συνολικά στην πολιτιστική παραγωγή, δεν είναι δεδομένη αλλά βρίσκεται διαρκώς υπό πίεση από τη συγκέντρωση μιντιακής και εκδοτικής ισχύος και την προσπάθεια επιβολής ενός ελεγχόμενου, ιδεολογικά φιλτραρισμένου δημόσιου, πολιτικού και καλλιτεχνικού λόγου.
(Πηγές: Le Monde, The Guardian)








