Σχόλιο, επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης //
Από ένα γιορτινό τραγούδι της φασιστικής Ιταλίας μέχρι τον ελληνικό αντιφασιστικό ύμνο, η πορεία του «Reginella Campagnola» και των εκδοχών του δείχνει πώς η μουσική μπορεί να μεταμορφωθεί, να ταξιδέψει πέρα από σύνορα και εποχές και τέλος, να αποκτήσει νέο πολιτικό και πολιτισμικό νόημα. Το «Reginella Campagnola», γραμμένο το 1938 από τον Eldo Di Lazzaro σε στίχους του Bruno Cherubini, υπήρξε ένα ελαφρύ και γιορτινό τραγούδι της φασιστικής Ιταλίας, που εξυμνούσε την αγροτική ζωή και την ομορφιά μιας χωριατοπούλας από τα Αμπρούτσο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πρώτος ερμηνευτής του, Carlo Buti, ήταν και ο τραγουδιστής της Faccetta nera, του γνωστού ύμνου του ιταλικού φασισμού. Το «Κορόιδο Μουσολίνι», το πασίγνωστο ελληνικό αντιφασιστικό τραγούδι, αποτελεί μία από τις πολλές διασκευές του «Reginella Campagnola», ίσως όμως τη σημαντικότερη, καθώς μετέτρεψε ένα τραγούδι μουσολινικής προπαγάνδας σε έργο με ουσιαστικό και διαχρονικό αντιφασιστικό περιεχόμενο. Στο κείμενο αυτό εξετάζουμε πώς μια μελωδία, που αρχικά εξυμνούσε τον Μουσολίνι, κατέληξε να γίνει «Κορόιδο Μουσολίνι», ένα τραγούδι αντίστασης με διεθνή απήχηση.

Διαβάζουμε στο Εικονικό Αρχείο του Αργύρη Κουνάδη ότι «Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Οι πρώτες δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν κινητά συνεργεία κυριολεκτικά σε όλη την οικουμένη, για να ηχογραφήσουν τοπικούς μουσικούς. Το εύρος του ρεπερτορίου είναι ατελείωτο. Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το δίκτυο μέσα στο οποίο συμμετέχει το ελληνόφωνο αστικό λαϊκό τραγούδι, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς του, είναι μεγαλειώδες. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Kοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».
Οι ιστορικές πηγές υπογραμμίζουν τις στενές σχέσεις μεταξύ της ιταλόφωνης και της ελληνόφωνης μουσικής. Οι συνομιλίες που αναπτύχθηκαν μεταξύ συγκεκριμένων τόπων, όπως τα νησιά του Ιονίου, τα Δωδεκάνησα και η Πάτρα, με ιταλικές πόλεις, και τα αποτελέσματά τους είναι αρκετά ώστε να αναδείξουν τους ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των δύο εθνοπολιτισμικών ομάδων. Επιπλέον, σχέσεις σφυρηλατήθηκαν σε τόπους όπου οι δυο εθνότητες έζησαν μαζί. Όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της κοσμοπολίτικης Σμύρνης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ή σε αυτήν της Νέας Υόρκης, όπου Ιταλοί και Έλληνες μετέβησαν ως μετανάστες. Η εν λόγω ηχογράφηση ανήκει σε ένα corpus ηχογραφημένων τραγουδιών, στα οποία οι Έλληνες πρωταγωνιστές δανείστηκαν μουσική ή/και στίχο από προϋπάρχοντα ιταλόφωνα. Τα τραγούδια αυτά εξέβαλαν στον ελληνόφωνο κόσμο είτε διά της ευθείας οδού, είτε διά της τεθλασμένης, μέσω άλλων ρεπερτοριακών δικτύων. Σε κάθε περίπτωση, η διακίνηση μουσικών αποτελεί ήδη πραγματικότητα πριν τον 20ό αιώνα, με τις περιοδείες των θεατρικών και μουσικών παραστάσεων αλλά και με τα δίκτυα των μουσικών εκδοτικών οίκων. Η δισκογραφία όχι μόνο ενσωματώνεται σε αυτό το πλαίσιο, αλλά διαδραματίζει καίριο ρόλο στον μετασχηματισμό του. Η οικειοποίηση των τραγουδιών αυτών από την πλευρά των Ελλήνων μουσικών είναι διττή: αφορά αφενός τον στίχο ο οποίος πλέον είναι ελληνικός (συχνά, μάλιστα, δεν έχει καμία σχέση με τον πρωτότυπο), αλλά, αφετέρου, αφορά και τις πρακτικές εκτέλεσης: διαφορετικό οργανολόγιο, διαφορετικό τραγουδιστικό ύφος, συχνά διαφοροποιήσεις στις μελωδικές και ρυθμικές φόρμες, αλλά και στις αρμονίες. Οι Έλληνες μουσικοί προσαρμόζουν αυτό που ακούν στη δική τους συνθήκη, με βάση τις δικές τους δυνατότητες. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί πως σε ποικίλες περιπτώσεις, συχνά και λόγω της μεγάλης επιτυχίας που γνώρισαν τα τραγούδια διεθνώς, το δίκτυο που τελικά προκύπτει είναι εξαιρετικά σύνθετο και περιλαμβάνει ηχογραφήσεις σε αμέτρητους τόπους, γλώσσες και αισθητικά πλαίσια. Μία τέτοια περίπτωση αποτελεί το «Κορόιδο Μουσολίνι».

Το τραγούδι, ξεπέρασε γρήγορα τα όρια της Ιταλίας και, μπορούμε να πούμε, ότι διεθνοποιήθηκε. Συγκεκριμένα, στην Τσεχία κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1939 με τίτλο Modrooká Panenka (Γαλανομάτα κούκλα), από τον τραγουδιστή,συνθέτη και μαέστρο Ρούντολφ Αντονίν Ντβόρσκι και την χορευτική του ορχήστρα. Την ίδια χρονιά το «Reginella Campagnola», πέρα από τη Γερμανία, κυκλοφόρησε και στη Γαλλία, από τον Tino Rossi, τον οποίο πολλοί αποκαλούν «τον διασημότερο Κορσικανό μετά τον Ναπολέοντα».
Το 1940, η μελωδία έφτασε και στην Ελλάδα. Ο Πωλ Μενεστρέλ έγραψε ελληνικούς στίχους πάνω στη μουσική του Eldo Di Lazzaro και ανέθεσε την ερμηνεία σε μια νεαρή Κερκυραία, τη Ρένα Βλαχοπούλου. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο από τον Φώτη Πολυμέρη και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Με αυτόν τον τίτλο ηχογραφείται και από τον Άλκη Παγώνη (Αθήνα, 1940, Odeon GO 3564 – GA 7291). Στη συνέχεια, οι ρεμπέτες Μάρκος Βαμβακάρης και Στράτος Παγιουμτζής έντυσαν τη μελωδία με μπουζούκι και πειραιώτικο ύφος στα τραγούδια «Μανάβισσα και Γαϊδουράκι», δίνοντάς της μια αυθεντικά ελληνική και ρεμπέτικη χροιά ενώ, σύμφωνα με τα έως τώρα συλλεχθέντα στοιχεία, θα διασκευαστεί και θα ηχογραφηθεί και στις εκδοχές που ακολουθούν: 1. «Το γαϊδουράκι» (διασκευή: Δημήτρης Σέμσης [Σαλονικιός] – στίχοι: Πωλ Μενεστρέλ), Στράτος Παγιουμτζής, Αθήνα, Δεκέμβριος 1940 (HMV OGA 1124 – AO 2683) 2. «Μαναβάκι» (διασκευή: Δημοσθένης Ζάττας), Ιωάννης Δεγαΐτας – Αγγελική Καραγιάννη, ΗΠΑ, 194; (Liberty 25A)

Με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου, η ίδια μελωδία μετατράπηκε σε όπλο — ισχυρό και διαχρονικό, με πρώτο ερμηνευτή τον Νίκο Γούναρη. Στις 30 Οκτωβρίου 1940, μόλις δύο ημέρες μετά το ιστορικό και ανεπανάληπτο «ΟΧΙ», η Σοφία Βέμπο ηχογράφησε το «Κορόιδο Μουσολίνι» (ο αρχικός τίτλος ήταν «Στη Ρώμη»), σε στίχους Γιώργου Οικονομίδη και ενορχήστρωση του Σπύρου Περιστέρη. Το τραγούδι έχει συνδεθεί στη μνήμη των περισσότερων με τη Βέμπο· ωστόσο, εκείνη είχε ερμηνεύσει πρώτη δύο άλλα εύθυμα αντιμουσολινικά τραγούδια, το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» και το «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός». Το «Κορόιδο Μουσολίνι» κυκλοφόρησε αμέσως σε δίσκο 78 στροφών από την HMV (GA-7050), πούλησε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και καθιερώθηκε ως ο ανεπίσημος δεύτερος εθνικός ύμνος. Οι στίχοι σατίριζαν τον Μουσολίνι, εξυμνούσαν τις ελληνικές νίκες στην Πίνδο και χλεύαζαν τις ιταλικές ήττες. Αργότερα, κατά την Κατοχή, το τραγούδι απαγορεύτηκε από τους Γερμανούς ως «αντεθνικό» – γεγονός που, αν μη τι άλλο, επιβεβαίωσε τη δύναμη και το πνεύμα του.

Την ίδια περίοδο, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ίδια μελωδία μεταμορφώθηκε στο «The Woodpecker Song» (Το τραγούδι του Δρυοκολάπτη/Τρυποκάρυδου), το οποίο ηχογραφήθηκε ξεχωριστά από τον Glenn Miller και την Ορχήστρα του, τις The Andrews Sisters και την Kate Smith. Οι αγγλικοί στίχοι γράφτηκαν από τον Harold Adamson, ενώ η ηχογράφηση του Glenn Miller για την RCA Bluebird, με τη Marion Hutton στα φωνητικά, έφτασε στο νούμερο 1 του chart Your Hit Parade το 1940, παραμένοντας στην κορυφή για επτά εβδομάδες. Η διεθνής πορεία της μελωδίας συνεχίστηκε και αργότερα: το 1967, η Josephine Siao την ηχογράφησε στα καντονέζικα με τίτλο «Swallow Flying in Pair» (燕雙飛 / Jin Soeng Fei), σε παραγωγή της Fung Hang Record του Χονγκ Κονγκ (αρ. καταλόγου FHEP400). Το τραγούδι χρησιμοποιήθηκε ως ένα από τα θεματικά κομμάτια της καντονέζικης ταινίας «You Are My Love».
Η ιστορία του «Reginella Campagnola» και των διασκευών του, από την Ιταλία του φασισμού μέχρι την Ελλάδα της αντίστασης και πέρα από τα σύνορα, αποδεικνύει τη δύναμη της μουσικής να υπερβαίνει τα πολιτικά πλαίσια, να μεταμορφώνεται και να αποκτά νέα, διαχρονική σημασία. Ένα τραγούδι που ξεκίνησε ως ύμνος προπαγάνδας κατέληξε να γίνει σύμβολο αντίστασης, χαράσσοντας μια μοναδική πορεία μέσα στον χρόνο και τον πολιτισμό, φέρνοντας μαζί τον ήχο, την ιστορία και τη συλλογική μνήμη.
Πηγές:
1. Reginella Campagnola (My Grandfather’s Goat, 18/12/2013)
2. Από την χωριατοπούλα Ρετζινέλα, στο κορόιδο Μουσολίνι κι ακόμα πιο πέρα… (Allu Fun Marx, 17/10/2012)
3. Μικρή χωριατοπούλα και Κορόιδο Μουσολίνι, Έρευνα και κείμενο: Λεονάρδος Κουνάδης και Νίκος Ορδουλίδης, Εικονικό Μουσικό Αρχείο Κουνάδη
4. Βικιπαίδεια: The Woodpecker Song και Josephine Siao







