Ο ορεινός όγκος της Μουργκάνας βρίσκεται στη Δυτική Ήπειρο, στο Νομό Θεσπρωτίας, με ψηλότερο σημείο τα 1.806 μ. Το έδαφος άγονο και τραχύ, με απότομες βουνοπλαγιές και κλίσεις, βαθιές χαράδρες, ιδανικό για την ανάπτυξη ανταρτοπόλεμου στην περιοχή, που ευνοήθηκε επιπλέον από την παντελή έλλειψη οδικού δικτύου – πράγμα που δυσκόλευε τη μετακίνηση των τακτικών στρατιωτικών μονάδων προς καταδίωξη των μαχητών/μαχητριών του ΔΣΕ. Στα τέλη του 1947, όλη η οροσειρά της Μουργκάνας και τα γύρω χωριά είχαν καταληφθεί από τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ _ ο “Μικρός Γράμμος”
Στην περιοχή της Μουργκάνας ο ΔΣΕ ανέπτυξε την τακτική της Ενεργητικής Άμυνας. Να τι γράφει ο Δ. Χατζής στο διήγημά του “Μουργκάνα” γι’ αυτή: “Ενεργητική άμυνα θα πει πέντε ντουφέκια που χτυπούν έναν ολάκερο εχθρικό καταυλισμό, μια προφυλακή που γίνεται γραμμή κύριας άμυνας. Θα πει ποδάρια που περπατούνε – ξυπόλυτα κάποτε – μέσα σε λάσπες και χιόνια για να φτάσουν πίσω από τις εχθρικές θέσεις. Θα πει νάρκες που τινάζουνε τ’ αυτοκίνητα μακριά από το μέτωπο. Όλμοι που κουβαλιούνται δέκα και δώδεκα ώρες στην πλάτη. Θα πει ένας σύνδεσμος δεκαοχτώ χρονών που τρέχει ανάμεσα από τις σφαίρες, ένας γέρος μεταγωγικός που κουβαλάει στην πλάτη του ένα κορίτσι με σπασμένο ποδάρι και αυτό τραγουδάει: Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα”.
Οι δυνάμεις του Αστικού Στρατού (ΑΣ), μαζί με τα ΛΟΚ, τους ΜΑΥδες, συνεπικουρούμενοι από αεροπλάνα και βόμβες ναπάλμ και υπό τη στενή καθοδήγηση των Αμερικάνων (ο Βαν Φλητ ανησυχώντας για την εξέλιξη επισκέφθηκε αυτοπροσώπως και επιθεώρησε την 8η Μεραρχία του ΑΣ!), υπερείχαν μακράν αριθμητικά των δυνάμεων του ΔΣΕ. Γιατί όμως και οι δύο εαρινές επιχειρήσεις τους (Ιέραξ και Πέργαμος) ηττήθηκαν πανηγυρικά; Την απάντηση δίνει ξανά ο Δ. Χατζής που γράφει: “Πώς τα κατάφεραν; Ο παραλογισμός του άκρου ηρωισμού είναι η απάντηση για το Μεσολόγγι του 1826, για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, για το Δεκέμβριο στην Αθήνα. Μα για τις επιχειρήσεις της Μουργκάνας, μια τέτοια εξήγηση, με μόνο στοιχείο τον ηρωισμό των μαχητών του Δημοκρατικού Στράτου, θα ‘τανε λειψή. Θα πρέπει εδώ να μπει μαζί και η σταθερή και μελετημένη διεύθυνση όλης της επιχείρησης από το Αρχηγείο Ηπείρου. Θα πρέπει φυσικά να μπει μαζί και το κατώτατο ηθικό του στρατού που χρησιμοποιήθηκε για την επίθεση. “Εχομεν επιδοθεί σ’ έναν αγώνα εξοντωτικόν, που δεν υπάρχει τίποτε που να μας ενθουσιάζει και να μας χαροποιεί”, γράφει ο στρατιώτης Ρήγας Λαζανάς, Αθηναίος από τον 3ο λόχο του 611, στο ημερολόγιο του. “Τρεις μήνες αστείρευτων θλίψεων και ταλαιπωριών”, γράφει ο στρατιώτης Μιχαήλ Παπακώστας από το 627 της 74ης Ταξιαρχίας.
Μα πρέπει να ‘χεις και τον κόσμο μαζί σου. Αλλιώς δε γίνεται τίποτα. Χρειάζεται να ‘χεις τον κόσμο για να σου δείχνει το δρόμο, για να σε κρύβει, να σε ορμηνεύει και να σ’ οδηγάει. Χρειάζεται να ‘χεις μαζί σου τις γυναίκες της Αγια-Μαρίνας κι αμ’ ακούνε το ντουφεκίδι να αφήνουνε και δουλειές και παιδιά τους και να τρέχουνε να ‘ρθουν να σε βρούνε, να σου φέρουν ψωμί και νερό και να σου πάρουνε πίσω τους λαβωμένους”.
Οι μεγάλες μάχες
Ο αντίπαλος, κατανοώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, κινητοποίησε ενάντια στον ΔΣΕ επτά τάγματα τα οποία απέσυρε από το Ζαγόρι και το Μέτσοβο και τα υπήγαγε κάτω από τη διοίκηση του Τακτικού Στρατηγείου της 84ης περιοχής με έδρα το Φιλιάτι. Ταυτόχρονα, οι μαχητές του ΔΣΕ ενισχύουν την άμυνά τους με οχυρωματικά έργα σε ολόκληρο τον όγκο της Μουργκάνας.
Δύο αμυντικά τόξα περιέβαλαν το βουνό: Το ένα από το βόρειο μέρος από τα χωριά Καστάνιανη και Στρατίνιστα και το άλλο νότια, από τα υψώματα Πλόκιστα και Βελούνα. Τα τόξα αυτά, συγκλίνοντας προς τα ανατολικά, έσμιγαν τη μια τους άκρη κοντά στον ποταμό Καλαμά (Θύαμις). Οι άλλες δύο άκρες, ακολουθώντας την εδαφική διαμόρφωση του βουνού, απέκλιναν μεταξύ τους και ακουμπούσαν η μια στο βόρειο τομέα της Μουργκάνας στα αλβανικά σύνορα και η άλλη στο νότιο (Πόβλα). Σε ορισμένα δεσπόζοντα υψώματα σε προωθημένες θέσεις έξω από την αμυντική περίμετρο, είχε εγκαταστήσει ο ΔΣΕ προκεχωρημένα φυλάκια που στήριζαν με αυτό τον τρόπο τις αμυντικές τους θέσεις. Παράλληλα, δεύτερη αμυντική ζώνη, εσωτερικά στον κύριο όγκο της Μουργκάνας, συμπλήρωνε την αμυντική οργάνωση του βουνού. Στηρίζονταν κυρίως στα υψώματα Λιντίζντας – Ταβέρας – Βαβούρι – ύψωμα Καστρί του Μπόλη (Καστρόπολη) – Λιας – ύψωμα Τσεροβέτσι – Αγία Μαρίνα – Μονή Μακραλέξη.
Τον ορεινό χώρο της Μουργκάνας υπεράσπιζαν τέσσερα ελαφριά Τάγματα του Αρχηγείου Ηπείρου του ΔΣΕ και το Απόσπασμα Σουλίου. Στις 25/2/1948 εκδηλώθηκε η μεγάλη επιχείρηση του Αστικού Στρατού με την κωδική ονομασία «Πέργαμος». Παρά τις αρχικές νίκες του ΑΣ και την υπεροχή σε έμψυχο και υλικό δυναμικό, ο ΔΣΕ κερδίζει κατά κράτος, αναγκάζοντας τον εχθρό, στις 8/3, να σταματήσει τις επιχειρήσεις με μεγάλες απώλειες. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται και κατά την επιχείρηση «Ιέραξ», που διήρκεσε από τις 28/3/1948 έως τις 9/4/1948, παρά τις τεράστιες δυνάμεις που διέθεσε ο κυβερνητικός στρατός. Το πυροβολικό και η αεροπορία καίνε κυριολεκτικά τον τόπο στο Τσεροβέτσι. Ο ΔΣΕ γράφει νέες σελίδες δόξας και ηρωισμού. Αντιμετωπίζει όλες τις επιθέσεις και περνά στην αντεπίθεση, οδηγώντας τον εχθρό σε άτακτη φυγή. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω – όπως έγραψε η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» – να απομακρυνθούν από τις θέσεις τους 9 Στρατηγοί του ΑΣ!
Στο τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου, παράλληλα με τις μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που διεξάγονταν την ίδια εποχή στο Βίτσι, άρχισε η τρίτη επιθετική ενέργεια του κυβερνητικού στρατού για την κατάληψη της Μουργκάνας με την κωδική ονομασία «Ταύρος» και έληξε στις 16/9/1948, με τον ΔΣΕ να φεύγει από την περιοχή συγκροτημένα, πραγματοποιώντας έναν έξοχο ελιγμό. Για να μην κινήσει υποψίες στον αντίπαλο γι’ αυτόν τον ελιγμό, αποφασίστηκε να μην κάψουν τις αποθήκες με τα τρόφιμα, παρά να φορτώσουν στα μουλάρια της Επιμελητείας όσα τους ήταν απαραίτητα για την πορεία που ετοίμαζαν.
Στις 19/9/1948, η 8η Μεραρχία του ΔΣΕ είχε φτάσει πια στα Ζαγόρια, με ελάχιστες ανθρώπινες απώλειες. Οι μαχητές και οι μαχήτριες του ΔΣΕ, με τον 15ήμερο αυτόν αγώνα, συνέβαλαν αποφασιστικά στο να απασχολήσουν τις δυνάμεις του ΑΣ και να οδηγήσουν στην αποτυχία τους στο Βίτσι!

Νοσοκομείο του ΔΣΕ στον Γράμμο_
Μια ολόκληρη πολιτεία κρυμμένη στο δάσος

Σελίδες δόξας και ηρωισμού
απέναντι σε πολλαπλάσιες δυνάμεις
Στις 25 Φλεβάρη 1948 εκδηλώθηκε η μεγάλη επιχείρηση του αστικού στρατού με την κωδική ονομασία “Πέργαμος”. Παρά τις αρχικές νίκες του αστικού στρατού και την υπεροχή σε άνδρες και υλικό δυναμικό, ο ΔΣΕ κερδίζει κατά κράτος, αναγκάζοντας τον εχθρό, στις 8 Μάρτη να σταματήσει τις επιχειρήσεις με μεγάλες απώλειες. Αλλά η Μουργκάνα έπρεπε να ανακαταληφθεί! Λίγο μετά την αποτυχία του σχεδίου “Πελαργός” έφτανε στα Γιάννενα ο στρατηγός Βαν Φλιτ, ο οποίος έλεγε στη Διοίκηση της VIII Μεραρχίας: “Πώς είναι δυνατόν να αφήνετε αυτό το αγκάθι μέσα στο σώμα του Στρατού; Η υπόθεση της Μουργκάνας πρέπει οπωσδήποτε να τερματιστεί με νίκη.”
Πράγματι η VIII Μεραρχία εκπόνησε το σχέδιο “Ιέραξ”. Και την 30ή Μαρτίου του 1948 εξορμούσε πάλι κατά της σκληροτράχηλης οροσειράς. Ετσι το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται και κατά την επιχείρηση “Ιέραξ”, που διήρκεσε από τις 28 Μάρτη μέχρι και τις 9 Απρίλη του ΄48, παρά τις τεράστιες δυνάμεις που διέθεσε ο κυβερνητικός στρατός. Το πυροβολικό και η αεροπορία καίνε κυριολεκτικά τον τόπο στο Τσεροβέτσι. Ο ΔΣΕ γράφει νέες σελίδες δόξας και ηρωισμού. Αντιμετωπίζει όλες τις επιθέσεις και περνά στην αντεπίθεση, οδηγώντας τον εχθρό σε άτακτη φυγή. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω – όπως έγραφε η εφημερίδα “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ”- να απομακρυνθούν από τις θέσεις τους 9 στρατηγοί του αστικού στρατού. Έτσι και η δεύτερη φάση της εαρινής εκστρατείας στην Ήπειρο τελείωσε με θλιβερή αποτυχία για το μοναρχοφασισμό. Οι αγωνιστές του Αρχηγείου Ηπείρου του Δημοκρατικού Στρατού σκεπάστηκαν με αθάνατη δόξα.
Η Μουργκάνα και το Βίτσι ήταν τα δυο συνοριακά προπύργια που είχαν απομείνει στον ΔΣΕ ύστερα από την απώλεια του Γράμμου. Η εξάλειψη του θύλακα της Μουργκάνας απασχόλησε τη διοίκηση του κυβερνητικού στρατού, πριν ακόμα τελειώσει η μεγάλη μάχη στο Γράμμο. Όσο διαρκούσαν οι μάχες στο Γράμμο, οι μαχητές του ΔΣΕ στη Μουργκάνα έκαναν ό,τι μπορούσαν για να καθηλώσουν εκεί δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού. Όμως στη νέα επίθεση, που άρχισε στις 28 Αυγούστου, ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν πιο καταλυτικός από κάθε άλλη φορά. Οι κυβερνητικοί παρέταξαν 4 ταξιαρχίες πεζικού, ενισχυμένες με 4 τάγματα Εθνοφρουράς, ίλη ιππικού, 60 πυροβόλα, τεθωρακισμένα και αεροπορία, συνολικά περίπου 10.000 άνδρες.
Από την άλλη πλευρά, ο ΔΣΕ είχε στην περιοχή 4 ελαφρά τάγματα (Παπαδημητρίου, Φωκά, Σκεύη, Καινούργιου), διακοσίων μαχητών το καθένα. Δηλαδή, η αναλογία ήταν περίπου ένα προς δέκα υπέρ του αστικού στρατού. Από τις 10 Σεπτέμβρη άρχισε η αναδίπλωση των ανταρτών. Στις 16 του ίδιου μήνα, μετά την αποτυχία των αντεπιθέσεων στο Μεσοβούνι, πάρθηκε η απόφαση να εγκαταλειφθεί η Μουργκάνα με δρομολόγιο: Λία, Λύκο, Ρίζο, Γρανιτσοπούλα, Δεσποτικό, Νεγράδες, Ζαγόρια. Η έξοδος οργανώθηκε γρήγορα και μέσα σε μια μέρα, στις 16 του Σεπτέμβρη, τα τμήματα του ΔΣΕ συγκεντρώθηκαν στο χωριό Λία. “…Δόθηκε η εντολή να μην καούν το σιτάρι, η γαλέτα, το παξιμάδι και άλλα τρόφιμα που ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες οκάδες, για να μην υποπτευτεί ο εχθρός ότι η Μουργκάνα εγκαταλείπεται”.
Ο ελιγμός αποτελούσε ένα τολμηρό εγχείρημα, που για την επιτυχημένη έκβασή του απαιτήθηκαν μάχες και αντιπερισπασμοί παραπλάνησης του εχθρού, αλλά και μεγάλες προσπάθειες για να περάσει η Επιμελητεία των τμημάτων του ΔΣΕ εκατό μεταγωγικά ζώα, φορτωμένα κυρίως με στρατιωτικά εφόδια. Τελικά, κατάφεραν να περάσουν και να φτάσουν στα Ζαγόρια.
Μαζί με το λαό
Στη Μουργκάνα, ο ΔΣΕ εφάρμοσε με επιτυχία την κατεύθυνση του Αρχηγείου Ηπείρου και οργάνωσε την Επιμελητεία λειτουργώντας μαζί με τους κατοίκους των χωριών, πολλά συνεργεία βοηθητικών υπηρεσιών, όπως άλεσης σιτηρών, παρασκευής ψωμιού, ραφτάδικο, τσαγκαράδικο, κατασκευής πετάλων και καρφιών για τα μεταγωγικά, αργαλειών και πλεκτομηχανών, σιδεράδικο, ξυλουργείο, άλλα εποχικά συνεργεία. Σε έκθεση του Κυβερνητικού Αντιπροσώπου Ηπείρου της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης με ημερομηνία 7-8-48 και τίτλο “Έκθεση για την κατάσταση και τη δουλειά της Λαϊκής Εξουσίας στην περιοχή Μουργκάνας – Καλαμά, από τα μέσα Απρίλη έως τέλος Ιούνη 1948”, αναφέρεται ανάμεσα στα άλλα:
«…Οργανώθηκαν τα Λαϊκά Συμβούλια και οι Λαϊκές Επιτροπές σε 30 χωριά της περιοχής που, ανάμεσα στα άλλα καθήκοντα, φρόντιζαν για την ενίσχυση του ΔΣΕ σε τρόφιμα, με οργανωμένο τρόπο. Στη μάχη της ανοιξιάτικης σποράς… σπάρθηκαν συνολικά 7.630 στρέμματα… για πρώτη φορά σπάρθηκαν σε 4 χωριά 65 στρ. ρύζι. Για να επιτευχθούν τα αποτελέσματα αυτά, χρειάστηκε επίμονη δουλειά των λαϊκών επιτροπών. Σε 2 χωριά διαθέσαμε ζευγάρια. Σε 4 χωριά μοιράσαμε σπόρο καλαμποκιού. Υστερα από επίμονες προσπάθειες των Λαϊκών Επιτροπών, καθαρίστηκαν και λειτούργησαν τα ποτιστικά αυλάκια και εξασφαλίστηκε το πότισμα… Στους πεινασμένους κατοίκους 5 ορεινών χωριών μοιράσαμε τον Απρίλη 7.000 οκ. καλαμπόκι και τον Μάη σε ένα χωριό 300 οκ. αλεύρι που παράχθηκε από τον ΔΣΕ. Η διανομή έγινε ύστερα από μελέτη των αναγκών κάθε οικογένειας σε τρόπο ώστε οι οικογένειες που είχαν μεγαλύτερη ανάγκη ενισχύθηκαν περισσότερο… Για να αναπτυχθεί η μελισσοκομία στην περιοχή ιδρύθηκε μελισσοκομείο του Επαρχιακού Συμβουλίου Φιλιατών από 88 κυψέλες…».
Στο πλαίσιο της διαφώτισης, «…οργανώθηκε κάπως το διάβασμα του Δελτίου Ειδήσεων και άλλου διαφωτιστικού υλικού μέσα στο λαό…», «…σχολεία λειτουργούν σε 3 ελεύθερα χωριά…».
Πολλοί ήταν οι μαχητές και οι μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που άφησαν την τελευταία τους πνοή στους απότομους βράχους της Μουργκάνας. Πολλοί και εκείνοι που συνέχισαν τον αγώνα στον Γράμμο και αλλού, δίνοντας τη ζωή τους για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Χιλιάδες και οι μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ που μετά το ’49 πήραν το δρόμο της προσφυγιάς, βρίσκοντας καταφύγιο στις σοσιαλιστικές χώρες. Στην πλειοψηφία τους νέα κορίτσια και αγόρια από τα χωριά της Ηπείρου, αλλά και την Κέρκυρα και αλλού. Άλλοι με ρίζες στην ΕΑΜική Αντίσταση, μέλη της ΕΠΟΝ και της ΟΚΝΕ, άλλοι κυνηγημένοι από την ωμή τρομοκρατία που ανέπτυξε το αστικό κράτος μετά την υπογραφή της απαράδεκτης Συμφωνίας της Βάρκιζας. Όλοι τους όμως είχανε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει.
Στις 29 Αυγούστου 1949 το σύνολο των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) περνούσε στις Λαϊκές Δημοκρατίες, έχοντας φέρει σε πολύ δύσκολη θέση την εξουσία της αστικής τάξης στη διάρκεια της τρίχρονης πάλης του. Ο Γράμμος και το Βίτσι ήταν τα τελευταία οχυρά του ΔΣΕ. Η καθοδήγηση του Κόμματος και του ΔΣΕ αντιλήφθηκε ότι η επίθεση του εχθρού θα γινόταν στο Βίτσι, όπου ήταν συγκεντρωμένη η κύρια δύναμη του ΔΣΕ, ενώ ήταν εύκολη και η πρόσβαση μηχανοκινήτων. Ετσι, πήραν μέτρα για την οχύρωση του Βίτσι και την οργάνωση της άμυνας, με ταυτόχρονη έντονη διαφωτιστική δουλειά.
Το κυβερνητικό σχέδιο για την κατάληψη του Βίτσι και του Γράμμου είχε την κωδική ονομασία «Πυρσός». Η εκτέλεσή του είχε ανατεθεί από τον αρχιστράτηγο Αλ. Παπάγο στον αντιστράτηγο Κ. Βεντήρη. Προέβλεπε, στην πρώτη φάση, παραπλανητική επίθεση στον Γράμμο, με σκοπό να εξαναγκαστεί ο ΔΣΕ να μεταφέρει σ’ αυτόν δυνάμεις του από το Βίτσι. Στη δεύτερη φάση, το σχέδιο προέβλεπε επίθεση των κυβερνητικών στο Βίτσι για την κατάληψή του. Και στην τρίτη φάση, την τελική επίθεση στον Γράμμο, ώστε να παρεμποδιστεί η υποχώρηση του ΔΣΕ στην Αλβανία, να εγκλωβιστεί και να εξοντωθεί. Η παραπλανητική επίθεση στον Γράμμο, με την κωδική ονομασία «Πυρσός Α΄», ξεκίνησε στις 2 Αυγούστου 1949 και κράτησε μέχρι τις 9 του μήνα, με την ισχυρή δράση του Πυροβολικού και της Αεροπορίας. Μόνο την πρώτη βδομάδα των επιχειρήσεων η Αεροπορία του κυβερνητικού στρατού πραγματοποίησε 384 εξορμήσεις κατά των θέσεων του ΔΣΕ, ρίχνοντας 446 βόμβες των 113 και 227 κιλών, 938 ρουκέτες και 176 ναπάλμ. Καταλήφθηκαν τα υψώματα 1425, Ταμπούρι, 1806 κ.ά., που αποτέλεσαν σημαντικές βάσεις εξόρμησης για τις μετέπειτα επιθέσεις του κατά του Γράμμου.

Στο Βίτσι
Στις 10 προς 11 Αυγούστου ξεδιπλώθηκε η κύρια επίθεση στο Βίτσι, με την κωδική ονομασία «Πυρσός Β΄». Οι κυβερνητικές δυνάμεις αποτελούνταν από 4 Μεραρχίες, 2 Μονάδες Καταδρομών, 5 Τάγματα Εθνοφυλακής, με 110 πυροβόλα, πολλά άρματα και θωρακισμένα και 87 αεροπλάνα. Το σύνολο των δυνάμεων ήταν περίπου 80.000 άντρες. Ο ΔΣΕ παρέταξε δύο Mεραρχίες, τη 10η και την 11η, δύναμης δύο Ταξιαρχιών η καθεμία, καθώς και 2 Διλοχίες της Σχολής Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου. Επίσης, διέθετε 6 Μοίρες Αντιαρματικού, Ορεινού και Πεδινού Πυροβολικού, συνολικά περίπου 8.800 μαχητές και μαχήτριες, ενώ δεν διέθετε εφεδρείες.
Ο κυβερνητικός στρατός εξαπολύοντας επίθεση στον κεντρικό τομέα του Βίτσι (είχε χωριστεί σε τρεις τομείς, το δεξιό, τον κεντρικό και τον αριστερό), τον διέσπασε καταλαμβάνοντας στις 11 – 12 Αυγούστου μια σειρά από αμυντικές θέσεις του ΔΣΕ (Μπάρο – Λέσιτς – Τσούκα). Προκλήθηκε σοβαρός κίνδυνος να κυκλωθούν και να εξοντωθούν οι δυνάμεις του ΔΣΕ. Γι’ αυτό, στις 16 Αυγούστου 1949, τα τμήματα του ΔΣΕ εγκατέλειψαν το Βίτσι και ελίχθηκαν προς τον Γράμμο.
Στον Γράμμο
Τις επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού στον Γράμμο διηύθυνε ο στρατηγός Τσακαλώτος, που είχε καλέσει τον βασιλιά Παύλο να παρακολουθήσει την έναρξη της επιχείρησης από την περιοχή της Αμμούδας. Ο κυβερνητικός στρατός παρατάχθηκε με 5 Μεραρχίες (1η, 3η, 8η, 9η, 15η), την 77η Ταξιαρχία, 4 ελαφρά Συντάγματα Πεζικού, 5 Συντάγματα Πεδινού Πυροβολικού, 3 Μοίρες μέσων πυροβόλων, 6 Μοίρες Ορειβατικού Πυροβολικού, σε συνδυασμό με ισχυρές δυνάμεις τεθωρακισμένων και Αεροπορίας.
Απέναντί του ο Δημοκρατικός Στρατός παρέταξε περίπου 12.500 μαχητές και μαχήτριες (6.582 υπήρχαν στον Γράμμο και περίπου άλλοι 6.000 που μετακινήθηκαν από το Βίτσι).
Η επίθεση του αστικού στρατού για την κατάληψη του Γράμμου («Πυρσός Γ΄») άρχισε στις 24 Αυγούστου 1949. Ο ΔΣΕ ξεπέρασε κάθε όριο αντοχής, αλλά ήταν αδύνατο να νικήσει. Η Αεροπορία του κυβερνητικού στρατού πραγματοποίησε έως τις 30 Αυγούστου 87 επιθέσεις με αεροσκάφη «Χάρβαρτ», 591 με «Σπιτφάιαρ», 176 με «Χελντάιβερς», 81 με «Ντακότα», 37 με «Χάρβαρτ Οστερ» κ.ά. Ρίχτηκαν κατά του ΔΣΕ 2.004 ρουκέτες, 785 βόμβες των 500 λιβρών, 689 των 250 λιβρών, 1.490 των 20 λιβρών και επίσης 172 εμπρηστικές βόμβες ναπάλμ.
Η 9η Μεραρχία του κυβερνητικού στρατού εισχώρησε στα μετόπισθεν του ΔΣΕ στις 26 του μήνα, κατά μήκος των ελληνοαλβανικών συνόρων. Ο αστικός στρατός επιτέθηκε στο Παπούλι, το οποίο κατέλαβε (26 Αυγούστου), αφού προηγουμένως βομβάρδισε το ύψωμα με βόμβες ναπάλμ. Μετά από σκληρές μάχες κατελήφθησαν το ύψωμα Πόλε και το Τσαγκός Καραούλι. Στις 27 Αυγούστου ο ΔΣΕ εγκατέλειψε τα υψώματα της Πόρτας Οσμάν. Την ίδια μέρα έπεσε και το Φλάμπουρο.
Ο κίνδυνος να κλειστεί κάθε διάβαση προς την Αλβανία και να εγκλωβιστεί ο ΔΣΕ ήταν πλέον άμεσος. Από τις 28 Αυγούστου, άρχισε η σύμπτυξη των δυνάμεών του προς το κέντρο του μετώπου. Στις 29 Αυγούστου έπεσε η Μπάτρα αφού στο μεταξύ είχε περάσει από κει στην Αλβανία η μεγάλη πλειοψηφία των δυνάμεων του ΔΣΕ. Στις 29 προς 30 Αυγούστου έπεσαν ο Γκόλιος και το ύψωμα Κάμενικ. Οι δυνάμεις του ΔΣΕ υποχώρησαν συντεταγμένα στην Αλβανία.
Απαράμιλλο το σθένος του ΔΣΕ,
η ηθική και πολιτική ανωτερότητά του!
Όλοι οι μαχητές και οι μαχήτριες __
πολέμησαν με άφταστο ηρωισμό και αυτοθυσία __
Επιχείρησαν μέσα από αφάνταστα δύσκολες συνθήκες, οπλισμένοι με την αλύγιστη θέληση από το δίκιο του αγώνα τους, να ανατρέψουν τον πιο άνισο συσχετισμό δύναμης και να κάνουν κατορθωτό το ακατόρθωτο. Και στη μάχη της Μουργκάνας αναδείχθηκε το απαράμιλλο σθένος του ΔΣΕ, η ηθική και πολιτική ανωτερότητά του!
Αποτελεί χρέος και καθήκον να αναδείξουμε τον μεγαλειώδη ταξικό ένοπλο αγώνα του ΔΣΕ και την προσφορά του. Ήταν αγώνας δίκαιος, γνήσια λαϊκός και άνισος. Η αστική τάξη, προκειμένου να βάλει στο χέρι ή να εξοντώσει το μεγάλο ΕΑΜικό κίνημα, για να θωρακίσει την αντιλαϊκή εξουσία της, χρησιμοποίησε όλα τα μέσα, τη μαζική τρομοκρατία και τη δολοφονική βία. Το δίλημμα για το ΚΚΕ και το κίνημα ήταν: Υποταγή ή ένας νέος ξεσηκωμός! Επέλεξε, έστω με καθυστερήσεις, το δεύτερο, να βαδίσει δηλαδή τον περήφανο δρόμο της σύγκρουσης και όχι αυτόν της υποταγής και της ταπείνωσης
![]()
Η Οροσειρά της Μουργκάνας είχε καταληφθεί από τον ΔΣΕ τον Νοέμβρη του ’47, με τον ελιγμό της Δυτικής Ηπείρου. Στις 25 Φλεβάρη 1948 εκδηλώθηκε η μεγάλη επιχείρηση του αστικού στρατού με την κωδική ονομασία “Πέργαμος”. Παρά τις αρχικές νίκες του αστικού στρατού και την υπεροχή σε άνδρες και υλικό δυναμικό, ο ΔΣΕ κερδίζει κατά κράτος, αναγκάζοντας τον εχθρό, στις 8 Μάρτη να σταματήσει τις επιχειρήσεις με μεγάλες απώλειες. Αλλά η Μουργκάνα έπρεπε να ανακαταληφθεί! Λίγο μετά την αποτυχία του σχεδίου “Πελαργός” έφτανε στα Γιάννενα ο στρατηγός Βαν Φλιτ, ο οποίος έλεγε στη Διοίκηση της VIII Μεραρχίας: “Πώς είναι δυνατόν να αφήνετε αυτό το αγκάθι μέσα στο σώμα του Στρατού; Η υπόθεση της Μουργκάνας πρέπει οπωσδήποτε να τερματιστεί με νίκη.” Πράγματι η VIII Μεραρχία εκπόνησε το σχέδιο “Ιέραξ”. Και την 30ή Μαρτίου του 1948 εξορμούσε πάλι κατά της σκληροτράχηλης οροσειράς.

Έτσι το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται και κατά την επιχείρηση “Ιέραξ”, που διήρκεσε από τις 28 Μάρτη μέχρι και τις 9 Απρίλη του ΄48, παρά τις τεράστιες δυνάμεις που διέθεσε ο κυβερνητικός στρατός. Το πυροβολικό και η αεροπορία καίνε κυριολεκτικά τον τόπο στο Τσεροβέτσι. Ο ΔΣΕ γράφει νέες σελίδες δόξας και ηρωισμού. Αντιμετωπίζει όλες τις επιθέσεις και περνά στην αντεπίθεση, οδηγώντας τον εχθρό σε άτακτη φυγή. Στο βιβλίο του “Μουργκάνα” ο Δημήτρης Χατζής περιγράφει τις μάχες του ΔΣΕ με τέτοιο τρόπο που μοιάζει περισσότερο με δημοσιογραφική ανταπόκριση παρά για μυθιστόρημα.
__ Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή _ΙSΒΝ 978-960-451 -228-7
1948: Όρθιοι, στα μετερίζια της Μουργκάνας! Άλλη μια συνταρακτική στιγμή από την τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ, την οποία μας περιγράφει πολύ ζωντανά ο Τάκης Χατζής στη νουβέλα του. Τότε ήταν που ο κυβερνητικός στρατός ξεκίνησε μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον του ΔΣΕ από τη Μουργκάνα της Ηπείρου. Στην πρώτη φάση, 2 έως 8 Μάρτη, ο κυβερνητικός στρατός (2 ταξιαρχίες, υποστηριζόμενες από πυροβολικό και αεροπορία) απέτυχε με μεγάλες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Το ίδιο συνέβη και στη δεύτερη φάση, 28 Μάρτη έως 9 Απρίλη, οπότε ο ΔΣΕ, πολεμώντας εναντίον 3 ταξιαρχιών, τμημάτων ορεινών καταδρομών, 20 πυροβόλων και της αεροπορίας, πέρασε στην αντεπίθεση και προκάλεσε στον αντίπαλο μεγάλες απώλειες, αναγκάζοντάς τον να τροποποιήσει τα σχέδιά του…
Το μικρό αυτό βιβλιαράκι αποτελεί φωτογραφική αναπαραγωγή της ομώνυμης έκδοσης που έγινε τον Ιούνη του 1948 από το εκδοτικό Ελεύθερη Ελλάδα. Το πρωτότυπο βρίσκεται στο Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ και είχε διασωθεί στο αρχείο του Πολύχρονη Βάη (Αχιλλέα Πετρίτη). Η έκδοση αυτή αποτελεί ένα μικρό δείγμα της διαφωτιστικής, ιδεολογικής, πολιτικής δραστηριότητας που διεξαγόταν στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Από την αρχή, δίπλα στο Γενικό Αρχηγείο και στα αρχηγεία περιοχών εγκαταστάθηκαν πολύγραφοι και μικρά τυπογραφεία που τύπωναν κάθε είδους έντυπα, εφημερίδες, ανακοινώσεις, τρικ κ.ά. Ενώ εκδοτική υποδομή υπήρχε και στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας. Η διαφωτιστική δραστηριότητα επεκτεινόταν και στις γραμμές του αντίπαλου αστικού στρατού: Με τον τηλεβόα, με τρικ, προκηρύξεις κ.ά.
Κατά την τρίχρονη πάλη του ΔΣΕ τυπώθηκαν κάθε είδους βιβλία, όπως στρατιωτικοτεχνικά εγχειρίδια, μεταφράσεις σοβιετικών λογοτεχνικών έργων, θεατρικά· έγινε επίσης ειδική έκδοση του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μαρξ -Ένγκελς στα 100 χρόνια από τη συγγραφή του, σε μετάφραση του Μιλτιάδη Πορφυρογένη.
Στις γραμμές του ΔΣΕ εντάχτηκαν και γνωστοί λογοτέχνες της εποχής, οι οποίοι έγραψαν έργα εμπνευσμένα από τον αγώνα, στη φωτιά της μάχης. Τότε γράφτηκε και τυπώθηκε και η Μουργκάνα του Δημήτρη (Τάκη) Χατζή. Η παρούσα ανατύπωση επιδιώξαμε να έχει ελάχιστες προσθήκες και να είναι όσο γίνεται πιο πιστή στην πρωτότυπη, δηλαδή στην έκδοση εκείνη που βρισκόταν στις τσέπες και τα σακίδια των μαχητών του ΔΣΕ, στα σακίδια που πολλές φορές ψωμί μπορεί να μην είχαν, αλλά δεν τους έλειπε το βιβλίο.
Γιατί οι μαχήτριες και οι μαχητές του ΔΣΕ είχαν να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιες δυνάμεις αριθμητικά, που διέθεταν επιπλέον ισχυρότερο τεχνικό-πολεμικό εξοπλισμό. Αντίθετα, στην πλευρά του ΔΣΕ όλα γίνονταν με τα «χέρια και το μυαλό». Οι φωτογραφίες του Απόστολου Μουσούρη αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα για τη σκληρή δουλειά για την οχύρωση, τον επισιτισμό, τη μεταφορά των τραυματιών… Έτσι, η Μουργκάνα, δίπλα στο σύνολο της εκδοτικής παραγωγής του ΔΣΕ, δείχνει πώς διαπαιδαγωγούνταν οι μαχήτριες και οι μαχητές του ΔΣΕ με την ηθική ανωτερότητα του λαϊκού-επαναστατικού στρατού.
Μουργκάνα, του Δημήτρη Χατζή




















