Πέθανε στα 88 της χρόνια η Γαλλίδα ηθοποιός ρωσικής καταγωγής Μαρίνα_ Μαρινά Βλαντί, ηθοποιός των Γκοντάρ, Φερέρι, Όρσον Γουέλς κά. όπως ανακοίνωσε η οικογένειά της στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP). Όπως ανέφεραν τα παιδιά της, «έφυγε στο σπίτι της, περιτριγυρισμένη από τους δικούς της ανθρώπους και τα ζώα της», παράλληλα, απέτισαν φόρο τιμής σε «μια μακρά, όμορφη και γεμάτη ζωή». Στη διάρκεια της καριέρας της είχε επίσης ηχογραφήσει αρκετούς δίσκους και είχε εκδώσει βιβλία ήταν επίσης γλύπτρια
Γράφει ο \\ Αστέρης Αλαμπής _Μίδας
Η Μαρινά Βλαντί, γνωστή για τον ρόλο της στην La princesse de Clèves “Πριγκίπισσα της Κλεβ“, είχε τιμηθεί με βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών το 1963 για την ταινία Le lit conjugal _ Una storia moderna – L’ape regina του Marco Ferreri και είχε συμμετάσχει σε περισσότερες από 80 ταινίες, μεταξύ άλλων στην εξαιρετική Campanadas a medianoche του Orson Welles με πρωταγωνιστές τον ίδιο, τη Jeanne Moreau και τη Margaret Rutherford. Ηθοποιός από τα δέκα της χρόνια, πέρασε με ασυνήθιστη άνεση από το δημοφιλές γαλλικό και ιταλικό σινεμά στα έργα μερικών από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους δημιουργούς της εποχής της. Δούλεψε με τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ, τον Μάρκο Φερέρι, τον Όρσον Γουέλς, τον Μπερτράν Ταβερνιέ, τον Κρις Μαρκέρ και τον Έτορε Σκόλα.

Γεννήθηκε ως Κατρίν Μαρίνα ντε Πολιακόφ-Μπαϊνταρόφ το 1938 στο Κλισί, έξω από το Παρίσι. Ο πατέρας της, Βλαντίμιρ Πολιακόφ, ήταν βαρύτονος της όπερας και είχε έρθει στη Γαλλία το 1915, ενώ η μητέρα της, Μιλίτσα, χορεύτρια, είχε εγκαταλείψει την ΕΣΣΔ με το ξέσπασμα της επανάστασης για να σμίξει με τον άντρα της. Η οικογένεια δεν είχε οικονομική άνεση, οι γονείς δυσκολεύονταν ακόμη και να πληρώσουν το ενοίκιο της κοινωνικής κατοικίας όπου ζούσαν. Οι τέσσερις κόρες τους ακολούθησαν αργότερα καλλιτεχνική πορεία, υιοθετώντας διαφορετικά ψευδώνυμα. Η Μαρίνα διάλεξε το Vlady προς τιμήν του πατέρα της, Βλαντίμιρ. Η ρωσική καταγωγή παρέμεινε έντονα παρούσα στη ζωή και στη δημόσια εικόνα των αδελφών Πολιακόφ. Τρεις από τις τέσσερις –η Μαρίνα, η Οντίλ Βερσουά και η Ελέν Βαλιέ– έγιναν ηθοποιοί, ενώ οι αδελφές ηχογράφησαν αργότερα μαζί ρωσικά τραγούδια και εμφανίστηκαν στη σκηνή στις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχοφ, μια σχεδόν υπερβολικά τέλεια σύμπτωση ανάμεσα στη ζωή και στο θέατρο (έπαιζε στο σανίδι μέχρι το θάνατό της).
Η προσωπική της ζωή θα μπορούσε από μόνη της να γεμίσει μια δεύτερη κινηματογραφική βιογραφία. Ο πρώτος της σύζυγος ήταν ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Ρομπέρ Οσέν, με τον οποίο απέκτησε δύο γιους και γύρισε αρκετές ταινίες. Ακολούθησε ο αεροπόρος και επιχειρηματίας Ζαν-Κλοντ Μπρουιγέ, με τον οποίο απέκτησε ακόμη έναν γιο. Το 1969 παντρεύτηκε τον Ρώσο ποιητή, τραγουδιστή και ηθοποιό Βλαντίμιρ Βισότσκι, μια σχεδόν μυθική φυσιογνωμία της σοβιετικής κουλτούρας. Για χρόνια η Βλαντί μοίραζε τη ζωή της ανάμεσα στη Γαλλία και τη Σοβιετική Ένωση ζητώντας μάταια από τον Βισότσκι να φύγει από την ΕΣΣΔ __Εκείνος δεν το ήθελε (πέθανε το 1980, μόλις 42 ετών) σσ. Vladimir Semyonovich Vysotsky _ Влади́мир Семёнович Высо́цкий, σοβιετικός ηθοποιός, ποιητής, και μουσικός, γιος στρατιωτικού. Μεταξύ 1956-60 σπούδασε στο πανεπιστήμιο MChAT της Μόσχας και στη συνέχεια άρχισε να εργάζεται, στο Δραματικό Θέατρο. Έγραψε πάνω από 600 τραγούδια, ποίηση, τελείωσε δύο μυθιστορήματα και εμφανίστηκε σε περίπου 20 θεατρικούς και 30 κινηματογραφικούς ρόλους. Η Βλαντί επέστρεψε στη σχέση τους επτά χρόνια αργότερα με το βιβλίο «Vladimir ou le vol arrêté», ένα από τα περίπου δώδεκα βιβλία που έγραψε στη διάρκεια της ζωής της.
Η Βλαντί πρωταγωνίστησε στο 2 ή 3 πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν (1967) του Ζαν-Λικ Γκοντάρ και αργότερα έπαιξε τη διορατική και προστατευτική θετή μητέρα στην ιταλική ταινία Il sapore del grano (1986). Ένας σπάνιος αγγλόφωνος ρόλος της ήταν αυτός της Κέιτ Πέρσι στις Καμπάνες του μεσονυχτίου του Όρσον Γουέλς (1966), που προαναφέραμε. Για μια δεκαετία, το ζευγάρι Βισότσκι-Βλαντί διατηρούσε σχέση, καθώς η Μαρινά έβαλε στην άκρη την καριέρα της στη Γαλλία για να περάσει περισσότερο χρόνο στη Μόσχα, εντάχθηκε στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο ουσιαστικά της έδωσε βίζα απεριόριστων εισόδων στη Σοβιετική Ένωση. Τα προβλήματα της εξ αποστάσεως σχέσης τους ενέπνευσαν αρκετά τραγούδια του Βισότσκι. Η ίδια και ο σύντροφός της, Λεόν Σβαρτσενμπέργκ, συμμετείχαν στις διαδηλώσεις κατά των απελάσεων Αράβων εργατών από τη Γαλλία. Μεταξύ άλλων, εξέδωσε ένα βιβλίο για τη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν, εν μέρει από τη σωστή πλευρά της ιστορίας
Η Μαρίνα Βλαντί ήταν η μούσα του γαλλικού σινεμά
που έζησε ανάμεσα σε δύο κόσμους
Μία από τις χαρακτηριστικότερες παρουσίες του μεταπολεμικού γαλλικού κινηματογράφου πέθανε σε ηλικία 88 ετών, εχοντας συνεργαστεί με τους σημαντικότερους δημιουργούς του ευρωπαϊκού σινεμά.

(…)


Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, η Βλαντί άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο αναγνωρίσιμη, με συμμετοχές σε ταινίες όπως το «Avant le Deluge» του Αντρέ Καγιάτ και το «Jours d’amour» του Τζουζέπε Ντε Σάντις. Σημαντικό κεφάλαιο στην πρώτη περίοδο της καριέρας της υπήρξε η σχέση της με τον ηθοποιό, σκηνοθέτη και σεναριογράφο Ρομπέρ Οσεΐν, τον οποίο παντρεύτηκε μόλις στα 17 της χρόνια. Ο Οσεΐν, μεγαλύτερός της κατά περίπου 14 χρόνια, έγινε παράλληλα ένας από τους πρώτους σημαντικούς συνεργάτες της, δίνοντάς της ρόλους σε ταινίες όπως οι «Les Salauds Vont en Enfer», «Pardonnez nos Offenses», «Toi, le Venin» και «La Nuit des Espions». Ο γάμος τους δεν κράτησε για πολλά χρόνια, όμως η επαγγελματική τους σχέση συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της κινηματογραφικής της ταυτότητας και στην καθιέρωσή της ως πρωταγωνίστριας.
Το μεγάλο καλλιτεχνικό ορόσημο ήρθε το 1963 με το «Συζυγικό Κρεβάτι» του Μάρκο Φερέρι, όπου η Βλαντί βρέθηκε απέναντι στον Ούγκο Τονιάτσι. Η ταινία, με την αιχμηρή ματιά της πάνω στον γάμο, τη μητρότητα και τις κοινωνικές προσδοκίες που επιβάλλονται στις γυναίκες, προκάλεσε συζητήσεις και έδωσε στην ηθοποιό έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας της. Η ερμηνεία της αναγνωρίστηκε στο Φεστιβάλ Καννών, όπου τιμήθηκε με το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Τα επόμενα χρόνια θα συνεργαζόταν με δύο ακόμη εμβληματικές μορφές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, τον Ορσον Γουέλς στο «Φάλσταφ», και τον Ζαν Λικ Γκοντάρ στο «Δύο ή Τρία Πράγματα που Ξέρω γι’ Αυτήν» του 1967, όπου υποδύθηκε τη Ζιλιέτ Ζανσόν, σε μια ταινία που εξερευνούσε την αστικοποίηση, την αλλοτρίωση και την περιστασιακή πορνεία στο μεταβαλλόμενο Παρίσι.


Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 γνώρισε τον ποιητή, τραγουδιστή και ηθοποιό Βλαντίμιρ Βισότσκι και το 1970 οι δυο τους παντρεύτηκαν. Η Βλαντί ταξίδευε ανάμεσα στο Παρίσι και τη Μόσχα και έζησε από κοντά την ιδιαίτερη καλλιτεχνική διαδρομή ενός ανθρώπου που είχε αποκτήσει τεράστια δημοτικότητα στη Σοβιετική Ένωση και ο θάνατός του, αποτέλεσε βαθύ πλήγμα για εκείνη. Το 1987 κατέγραψε τη σχέση τους στο βιβλίο «Vladimir ou le Vol Arrete», ενώ χρόνια αργότερα θα επέστρεφε στη σκηνή με μουσικό αφιέρωμα στον ίδιο.


Η Μαρίνα Βλαντί υπήρξε πολύ περισσότερα από μια ηθοποιός. Μαζί με τις αδελφές της δημιούργησε το μουσικό σχήμα «Les Soeurs Poliakoff», ενώ αργότερα ακολούθησε και προσωπική μουσική πορεία, με το «Le Voleur de Chevaux» να ξεχωρίζει ανάμεσα στις ηχογραφήσεις της. Ασχολήθηκε ακόμη με την παραγωγή και τη συγγραφή, ενώ η δημόσια παρουσία της συνδέθηκε και με κοινωνικά ζητήματα, καθώς υπέγραψε το περίφημο «Μανιφέστο των 343» το 1971, συμμετέχοντας στη δημόσια συζήτηση για το δικαίωμα στην άμβλωση στη Γαλλία. Με περισσότερες από 80 κινηματογραφικές συμμετοχές – αναμεσά τους το 1996 και την πρώτη μέγαλου μήκους ταινία του Πέτρου Σεβαστίκογλου «Άνεμος στην Πόλη», αλλά και σημαντική παρουσία στο θέατρο και την τηλεόραση, η Βλαντί διέσχισε διαφορετικές εποχές και καλλιτεχνικά ρεύματα χωρίς να εγκλωβιστεί ποτέ σε έναν μόνο ρόλο. Από το γαλλικό σινεμά της δεκαετίας του 1950 μέχρι τη nouvelle vague και από τον Φερέρι και τον Γουέλς έως τον Γκοντάρ, η πορεία της αποτελεί ένα μικρό κομμάτι της ίδιας της ιστορίας του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Πίσω από την οθόνη έμεινε μια ζωή γεμάτη τέχνη, έρωτες, πολιτιστικές συγκρούσεις και δημιουργικές αναζητήσεις, με τη Μαρίνα Βλαντί να παραμένει μια ξεχωριστή μορφή μιας ολόκληρης κινηματογραφικής εποχής.
Η Μαρινά τραγουδάει το “Es-tu Jacinthe?” __1973













