Στο ΒΗΜΑ (2/8/2026) ο Σπύρος Βλαχόπουλος καθηγητής Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ σε άρθρο του με τίτλο «Ο αφέτης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» αναφέρεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο. Όμως με αφορμή το στάδιο των αγώνων προβαίνει σε ανιστόρητες και αντικομουνιστικές συγκρίσεις με την κατάσταση που υπήρχε στην τότε ΕΣΣΔ.
Στο πλαίσιο της θεωρίας «των δύο άκρων» και της δήθεν «ταύτισης και εξίσωσης φασισμού-κομμουνισμού» που ασπάζεται αναφέρει χαρακτηριστικά:
«…Εντάσσεται στην κατηγορία των ογκωδών κτηρίων που αποτελούν κοινή συνισταμένη των δικτατορικών καθεστώτων, από την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και τη φασιστική Ιταλία μέχρι τη σταλινική Σοβιετική Ένωση. Με αυτά ακριβώς τα κτήρια υποδηλώνεται ότι η κρατική εξουσία στα δικτατορικά καθεστώτα δεσπόζει έναντι του πολίτη. Τα τεράστια δημόσια κτήρια των καθεστώτων αυτών εμπνέουν ένα δέος και φόβο ταυτόχρονα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Ολυμπιακού Σταδίου του Βερολίνου είναι ο αρχαιοπρεπής του χαρακτήρας. Και αυτό το στοιχεί έχει να κάνει με ένα άλλο γνώρισμα των δικτατορικών καθεστώτων που είναι η «παρελθοντολογία» και η αυθαίρετη δημιουργία μιας νοητή γραμμής προς το «ένδοξο» παρελθόν της αρχαιότητας. Οι δικτατορίες επειδή ακριβώς δεν έχουν τη λαϊκή νομιμοποίηση, ψάχνουν να βρουν άλλους τρόπους «νομιμοποίησης» και απόκτησης λαϊκού ερείσματος. Ένας από τους τρόπους αυτούς και η σύνδεση με «ένδοξες» περιόδους του παρελθόντος έτσι ώστε συνειρμικά να δημιουργηθεί στον πολίτη η εικόνα του «ηρωικού» παρελθόντος…»
Ως πανεπιστημιακός καθηγητής της Νομικής θα έπρεπε να γνωρίζει για τις ουσιαστικές διαφορές (κοινωνικές, οικονομικές, ιδεολογικές, πολιτιστικές κλπ) των δύο συστημάτων (ασυμφιλίωτα μεταξύ τους) όσο δε το πώς οι διαφορές αυτές εκφράστηκαν και σε επίπεδο αρχιτεκτονικής μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω (ίσως) πλήρους άγνοιας του θέματος…
Τα όσα αναφέρει περί «κοινής συνισταμένης», «έλλειψη λαϊκής νομιμοποίησης» κλπ απλά είναι «κλασσικά» αντικομουνιστικά, αναπόδεικτα «επιχειρήματα» του συρμού και καλό θάναι να αποφεύγονται από πανεπιστημιακούς δασκάλους γιατί δείχνουν απλά εμμονές και όχι επιστημονική ανάλυση…
«Η αρχιτεκτονική δεν είναι απλώς «τέχνη» ή «τεχνική», αλλά μια κοινωνική πρακτική που βρίσκεται μέσα σε ένα πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων παραγωγής χώρου — πολιτικών, οικονομικών, ιδεολογικών» (Ανρί Λεφέβρ)
Ας δούμε ορισμένα γενικότερα ζητήματα σχετικά με την αρχιτεκτονική στον καπιταλισμό αλλά και στην ΕΣΣΔ:
-Η αρχιτεκτονική αποτελεί απαραίτητο τμήμα των μέσων παραγωγής (π.χ εργοστάσια) αλλά και των υλικών μέσων που χρειάζονται για την ύπαρξη της ανθρώπινης κοινωνίας (π.χ κατοικίες, δημόσια κτήρια). Η αρχιτεκτονική ανάλογα με τις ανάγκες της κοινωνίας αλλάζει το υπάρχον περιβάλλον με τη δημιουργία νέων κατασκευών. Οι καλλιτεχνικές μορφές της αρχιτεκτονικής παίζουν σημαντικό ρόλο στην πνευματική ζωή της κοινωνίας. Οι λειτουργικές, δομικές και αισθητικές ιδιότητες της αρχιτεκτονικής (χρησιμότητα, αντοχή ομορφιά) είναι αλληλένδετες. Στην ταξική κοινωνία τα αρχιτεκτονικά έργα κατά κανόνα δημιουργούνται για να ικανοποιήσουν ιδεολογικές, κοινωνικές και καθημερινές ανάγκες της κυρίαρχης τάξης. Στο σοσιαλισμό η αρχιτεκτονική επιδιώκει να πετύχει τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των υλικών και πνευματικών αναγκών των πολλών, ολόκληρης σε μία πορεία της κοινωνίας.
-Μετά το 1917 η ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής στις καπιταλιστικές χώρες γίνεται ολοένα και πι αντιφατική και αντανακλούσε από τη μια τα συμφέροντα της αστικής τάξης και από την άλλη τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμενων, τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την αυξανόμενη δύναμη των εργαζομένων π.χ για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.
-Στη σοσιαλιστική κοινωνία η αρχιτεκτονική για πρώτη φορά στην ιστορία υπηρετεί όλο το λαό και αποβλέπει στην ικανοποίηση των υλικών και πνευματικών αναγκών που διαρκώς αυξάνονται. Τα αρχιτεκτονικά προβλήματα αντιμετωπίζοντας σχεδιασμένα και με βάση τη προγραμματισμένη ανάπτυξη της λαϊκής οικονομίας. Έγινε πια δυνατή η δημιουργία ενός συστήματος στεγαστικής αποκατάστασης ολόκληρου του πληθυσμού και οικοδόμησης πόλεως και οικισμών εκεί που επέβαλαν οι ανάγκες. Στα μεταπολεμικά χρόνια λύθηκαν τεράστια προβλήματα για την ανόρθωση και ανοικοδόμηση κατεστραμμένων πόλεων και οικισμών.
– Η ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής στην ΕΣΣΔ πέρασε από διάφορα στάδια. Η πορεία της σοβιετικής αρχιτεκτονικής ούτε εύκολη ήταν, ούτε ευθύγραμμη, ούτε έδωσε τα απαραίτητα πάντα αποτελέσματα. Η φυσιογνωμία της σοβιετικής αρχιτεκτονικής έχει προκύψει ως ο συγκερασμός από διάφορα πειραματικά αρχιτεκτονικά ρεύματα που εναλλάσσονται ανά χρονικές περιόδους. Αρχικά, οι εναλλαγές αυτές αποτυπώνουν την διαλεκτική ανασυγκρότηση στον χώρο της σοβιετικής ζωής. Πιο συγκεκριμένα, οι σοβιετικοί αρχιτέκτονες αναδιφούν στις προσεγγίσεις του κονστρουκτιβισμού. Στη συνέχεια, μεταβαίνουν στις πρωτοπορίες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, του μπρουταλισμού, της μαζικής κατοικίας και του ύστερου μοντερνισμού. Κάθε ρεύμα βρίσκει έκφραση στις προσπάθειες των δικών της εκπροσώπων. Είναι γεγονός, ότι η ιστορία της σοβιετικής αρχιτεκτονικής έμεινε πιστά προσηλωμένη στην ζώσα δύναμη του υλισμού. Γι’ αυτό, κατάφερε να συλλάβει με πολλή διαύγεια, ότι το πολεοδομικό είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα/υλικά. Διακηρύττει ότι ο χώρος συνιστά περιβάλλον κίνησης και αλληλεπίδρασης, που συγκροτεί το συλλογικό φαντασιακό και θεσμίζει τα πολιτικά υποκείμενα. Συμπερασματικά, οι κυματώσεις της σοβιετικής αρχιτεκτονικής είναι δηλωτικές της αδιαχώριστης σχέσης πολιτικής-αρχιτεκτονικής.
– Αποθέωση της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής πρέπει να θεωρηθεί η ανοικοδόμηση των σοβιετικών πόλεων κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ο ισχυρός πατριωτικός ξεσηκωμός, ο οποίος προκλήθηκε από τις μάχες του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, δεν μπορούσε να μην αντανακλαστεί στο πάθος της μεταπολεμικής οικοδόμησης. Τα νέα κτίρια και γραμμές του μετρό έγιναν αντιληπτά ως μνημεία για το νικητή λαό. Στο συντομότερο διάστημα, από τα συντρίμμια αποκαθίστανται οι κατεστραμμένες σοβιετικές πόλεις. Μεταμορφώνεται η πρωτεύουσα. Τα αρχιτεκτονικά προτσές, τα οποία προέρχονται από τη Μόσχα, λαμβάνονται ως μοντέλο για την ανασυγκρότηση των πόλεων της ΕΣΣΔ.
– Η ιστορία της σοβιετικής αρχιτεκτονικής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαδικασία του σχηματισμού αλλά και της καταστροφής αργότερα των κρατών του σοσιαλισμού. Ξεπερνώντας την πολιτιστική καμπή της περιόδου της “Προλετκούλτ”, η σοβιετική αρχιτεκτονική π.χ στα μέσα της δεκαετίας του ’30 αναπτύσσει μια πραγματικά σοσιαλιστική αντίληψη για την αστική ανάπτυξη. Στον αστικό αρχιτεκτονικό μοντερνισμό καταφέρεται αποφασιστικό πλήγμα. Κατέστη ξεκάθαρο ότι, για τη μελλοντική αταξική κοινωνία, απαραιτήτως έπρεπε προσεκτικά να διατηρηθούν όλες οι παλαιότερες πολιτιστικές κατακτήσεις της προϊστορίας της ανθρωπότητας, να διατηρηθούν και να γεμίσουν με νέο ανθρωπιστικό περιεχόμενο οι υψηλές κλασικές μορφές.








