
Όπως ήδη αναφέραμε χτες 2η μέρα του 52ου Φεστιβάλ ΚΝΕ -“Οδηγητή”, ανάμεσα στις πάνω από 10 συζητήσεις, έγινε στις 20.00 η θεματική “Οι αγώνες των φαντάρων και αξιωματικών στο προσκήνιο”, με χαιρετισμό του Δημήτρη Κουτσούμπα, ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ και ομιλητές τους Βασίλη Τσιλιγιάννη, σμήναρχο ε.α., πρόεδρο του Συλλόγου Αποφοίτων Σχολής Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ) καθώς και του Συντονιστικού Συλλόγων Αποφοίτων Ανωτέρων Στρατιωτικών Σχολών Υπαξιωματικών, Νίκου Παπαναστάση, αντισυνταγματάρχης ε.α., βουλευτής του ΚΚΕ και Μάνου Παπαγεωργίου, εμποροϋπάλληλου, τιμωρήθηκε στη θητεία του για αντιπολεμική δράση.

Υπάρχουν δύο πατρίδες:
Από τη μία των εργαζόμενων και από την άλλη των εκμεταλλευτών

«Ζητήματα που αφορούν τους στρατιωτικούς δεν μπορούν να εξεταστούν ξεκομμένα από τα αντίστοιχα θέματα που αφορούν την υπόλοιπη κοινωνία» ανέφερε στην παρέμβασή του ο Νίκος Παπαναστάσης, αντισυνταγματάρχης ε.α., βουλευτής του ΚΚΕ, εξηγώντας ότι «στη συντριπτική τους πλειοψηφία προέρχονται από τον λαό, διατηρούν στενούς δεσμούς με το κοινωνικό τους περιβάλλον και βιώνουν τις αγωνίες και τα προβλήματά του». «Οι στρατιωτικοί και οι οικογένειές τους» συνέχισε «ζουν τον φόβο του πολέμου και τις βαριές συνέπειές του, που μπαίνουν στο σπίτι και το εισόδημά τους, που απειλούν να κλέψουν από τα παιδιά τους το όνειρο ενός “αύριο” ειρηνικού και δημιουργικού. Ζουν τα ίδια προβλήματα που ζουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι».
«Αυτό αποτελεί και τη βασική αφετηρία της προσέγγισης του ΚΚΕ», σημείωσε, διευκρινίζοντας ωστόσο πως «η παραδοχή αυτή έχει και την εξής κομβική διάκριση: Άλλο ο στρατιωτικός ως εργαζόμενος και άλλο οι Ένοπλες Δυνάμεις ως ένοπλος κρατικός μηχανισμός, με συγκεκριμένο ρόλο και λειτουργία και αποστολές εκτός συνόρων για τα συμφέροντα της αστικής τάξης».
«Το ΚΚΕ ήταν, είναι και θα είναι δίπλα τους. Να ακούει τη φωνή τους, τις αγωνίες τους, τις προτάσεις τους», κατέληξε.
__ Αναλυτικά η ομιλία του
Οι στρατιωτικοί, οι εργαζόμενοι και το λαϊκό κίνημα
Υπάρχουν δύο πατρίδες__
Από τη μία των εργαζόμενων και από την άλλη των εκμεταλλευτών
Ζητήματα που αφορούν τους στρατιωτικούς, (μόνιμους και στρατιώτες), δεν μπορούν να εξεταστούν ξεκομμένα απ’ τα αντίστοιχα θέματα που αφορούν την υπόλοιπη κοινωνία. Το ότι φορούν στολή δεν αναιρεί το αντικειμενικό γεγονός ότι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, προέρχονται από τον λαό, διατηρούν στενούς δεσμούς με το κοινωνικό τους περιβάλλον και βιώνουν τις αγωνίες και τα προβλήματά του. Έχουν οικογένειες που αγωνιούν καθημερινά για το αύριο. Έχουν μισθούς που τελειώνουν πολύ πριν συμπληρωθεί ο μήνας. Έρχονται αντιμέτωποι με την ανελέητη ακρίβεια και το διαρκώς διογκούμενο κόστος της καθημερινής ζωής. Έχουν την αγωνία να εξασφαλίσουν μια στέγη που να μπορούν να πληρώσουν, έχουν την ανάγκη για υγεία που δεν θα είναι προνόμιο για λίγους, έχουν την απαίτηση την απαίτηση για δουλειά με αξιοπρέπεια, δικαιώματα και ανθρώπινες συνθήκες. Οι στρατιωτικοί και οι οικογένειές τους ζουν με τον φόβο του πολέμου και τις βαριές συνέπειές του, που μπαίνουν στο σπίτι και το εισόδημά τους, που απειλούν να κλέψουν από τα παιδιά τους, το όνειρο ενός αύριο ειρηνικού και δημιουργικού.
Ζουν τα ίδια προβλήματα, που ζουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι.
Αυτό αποτελεί και τη βασική αφετηρία της προσέγγισης του ΚΚΕ, στα ζητήματα που βιώνουν οι στρατιωτικοί και οι οικογένειές τους και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Είναι εργαζόμενοι με τις ίδιες ανάγκες, τις ίδιες αγωνίες και τις ίδιες δυσκολίες που βιώνει ο υπόλοιπος λαός.
Ωστόσο, η παραδοχή αυτή, δεν αναιρεί μια κομβική διάκριση.
Άλλο ο στρατιωτικός ως εργαζόμενος και άλλο οι Ένοπλες Δυνάμεις ως ένοπλος κρατικός μηχανισμός, με συγκεκριμένο ρόλο και λειτουργία και αποστολές εκτός συνόρων, για τα συμφέροντα της αστικής τάξης.
Ποια είναι η σχέση του στρατιωτικού, με την τάξη που κατέχει τον πλούτο, και τις κυβερνήσεις τhς που χαράζει τις αποστολές, το δόγμα χρήσης των Ενόπλων Δυνάμεων, με την τάξη που αδίστακτα θα τον στείλει να σκοτωθεί σε δικούς της πολέμους, προωθώντας τα συμφέροντά της; Ας θυμηθούμε την Κορέα (1950-1955),όπου 186 Έλληνες στρατιωτικοί και φαντάροι ,έχασαν τη ζωή τους εκεί. Ακριβώς κάτι αντίστοιχο κάνει και σήμερα, στα νερά της «Ερυθράς Θάλασσας», της Λιβύης, του Λιβάνου, στις ερήμους της Σαουδικής Αραβίας. Εκεί πέφτουν κορμιά. Για να μην αναφερθούμε και σε άλλα σχέδια που έχουν ακουστεί ..
- Ο στρατιωτικός σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την τάξη που κατέχει τον πλούτο. Δεν είναι φορέας των συμφερόντων του κεφαλαίου. Η υπηρεσία του στις Ένοπλες Δυνάμεις δεν αλλάζει ούτε την κοινωνική του κατάσταση, ούτε και ταξική του θέση.
- Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ιδιαίτερα στο χαμηλότερο και μεσαίο κομμάτι της στρατιωτικής ιεραρχίας, ζουν από τον μισθό τους, χωρίς να παραβλέπουμε το γεγονός ότι αυτό στις σημερινές συνθήκες δεν τους εξασφαλίζει ούτε τα στοιχειώδη. Είναι χιλιάδες οι στρατιωτικοί που καταφεύγουν κρυφά σε δεύτερη δουλειά, για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους.
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η στολή που φοράνε, δεν αλλάζει από μόνη της τη σχέση τους με την εργασία και την ιδιοκτησία. Σίγουρα ο εργαζόμενος και ο στρατιωτικός, έχουν διαφορετικούς ρόλους. Έχουν ταυτόχρονα και ταυτόσημα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα με κοινές αιτίες. Ενδεχόμενα αυτό να εμφανίζεται ως αντιφατικό. Απ τη μια ο στρατιωτικός να είναι ένας απλός μισθωτός του δημόσιου τομέα κι την άλλη, μέλος ενός αυστηρά ιεραρχικού, σκληρού ένοπλου κρατικού μηχανισμού. Απ’ τη μία, έχει τα δικά του οικονομικά προβλήματα και ακόμη αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπιστεί τα σύνορα και τα κυριαρχικά δικαιώματα της πατρίδας του. Από κι απ’ την άλλη, καλείται να υπηρετήσει τις αποστολές που προκύπτουν απ’ την εμπλοκή της χώρας με ΕΕ και ΝΑΤΟ, άσχετες με την προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι ποιο από αυτά τα δύο επίπεδα, θα υπερισχύει στη συνείδησή του.
Εδώ το ΚΚΕ, χωρίς όπως λένε με “αστερίσκους και ψιλά γράμματα“, συνδέει τα ζητήματα που απασχολούν τους στρατιωτικούς, με το ευρύτερο εργατικό και λαϊκό κίνημα.
Δεν αντιμετωπίζει τους στρατιωτικούς ως ένα ενιαίο και εχθρικό σώμα απέναντι στην κοινωνία.
Αντίθετα, αναδεικνύει τις αντιθέσεις που υπάρχουν και μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις. Παλεύει για τη λύση των δίκαιων αιτημάτων τους, στηρίζει τον συλλογικό αγώνα τους που κινείται σ’ αυτή την κατεύθυνση και το απέδειξε με τις κινητοποιήσεις στη αρχή του 2026. Ειδικά σε θέματα που αφορούν τους μισθούς και τη στέγασή τους, τις επιπτώσεις που έχει η συμμετοχή της χώρας σε ιμπεριαλιστικούς στρατιωτικούς σχεδιασμούς, αλλά και στον πόλεμο με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Επειδή η εργατική τάξη, δεν έχει κανένα λόγο να ταυτίζει τα συμφέροντά της με εκείνα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, σε έναν πόλεμο, τίθενται τα ερωτήματα:
Για ποιον γίνεται ο πόλεμος; Ποιος τον αποφασίζει; Ποιος πληρώνει το κόστος; Και ποιος τελικά ωφελείται; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, είναι που συνδέουν άρρηκτα τον εργαζόμενο με τον στρατιωτικό. Ο πόλεμος δεν αφήνει κανέναν στο απυρόβλητο. Τόσο ο εργαζόμενος, όσο και ο στρατιωτικός, θα πληρώσουν το τίμημά του, με δραματική υποβάθμιση της ζωής τους, με μαζικές ανθρώπινες απώλειες, και με πολλές άλλες καταστροφικές επιπτώσεις. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η σύνδεση των προβλημάτων των στρατιωτικών, με τη γενικότερη διεκδίκηση λύσεων μέσα στο λαϊκό κίνημα και σ’ αυτό πρωτοστατεί το ΚΚΕ.
Τα προβλήματά τους δεν αντιμετωπίζονται ξεκομμένα, κι όποιος το προτείνει αυτό, αποβλέπει στην εξουδετέρωση κάθε «ενοχλητικής» αντίδρασής τους, αποβλέπει στην ενσωμάτωσή τους σε λογικές που καμιά σχέση δεν έχουν με τα συμφέροντά τους. Ο πόλεμος είναι αποτέλεσμα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η διαμόρφωση των διεθνών σχέσεων της χώρας είναι στην υπηρεσία, της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, δηλαδή της αστικής τάξης. Η πρόσδεση της χώρας στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και ενώσεις (ΝΑΤΟ και ΕΕ) και η στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ τη Γαλλία και το Ισραήλ, καθορίζουν το βασικό πλαίσιο των εξελίξεων που βιώνουν ο λαός, οι εργαζόμενοι, οι στρατιωτικοί. Σήμερα κυριαρχεί η πολεμική οικονομία, η προετοιμασία για πόλεμο, οι εξοπλισμοί και εν τέλει η δραματική υποβάθμιση των κοινωνικών παροχών, μισθών κ.α.
Αυτό δεν αφορά μόνο τον λαό, αφορά άμεσα και δυναμικά τους ίδιους τους στρατιωτικούς.
Είναι ένα θέμα που η απεμπλοκή από όλα αυτά, πρέπει να κυριαρχεί σε κάθε διεκδίκησή τους.
Επίσης, ειδικά στους στρατιωτικούς, οι αστικές κυβερνήσεις τους αναθέτουν, τον κομβικό ρόλο των «τοποτηρητών» στήριξης των λεγόμενων «εθνικών θεμάτων». Τους στοιχίζουν ακόμη και ενόρκως, κάτω από το πλαίσιο μιας « εθνικής ενότητας». Μιας έννοιας που περιλαμβάνει στοιχεία του κοινού συμφέροντος όλων. Έτσι εγκλωβίζουν το λαό πίσω από τις επιλογές της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, βαφτίζοντας προδοτική κάθε ασκούμενη αντίδραση και άπατρι όποιον την εκφράζει.
Εμείς τους απαντάμε ότι υπάρχουν δύο πατρίδες: Απ τη μια η πατρίδα των εργαζομένων, των ανθρώπων της βιοπάλης, που ενώ παράγουν τα πάντα, τους τα στερούν, κι την άλλη των εκμεταλλευτών που με θράσος τα λυμαίνονται. Και από εδώ καλούμε τους στρατιωτικούς να κάνουν τις επιλογές τους. Τι ανταποκρίνεται στα θέλω τους, τι στηρίζουν, και τι αντιπαλεύουν.

Απέναντι στα προβλήματα που βιώνουν, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αναμονή, η σιωπή, η μοιρολατρία και η παραίτηση.
Είναι η συλλογική αγωνιστική διεκδίκηση για μισθούς, συνθήκες υπηρεσίας, ασφάλεια, κοινωνική μέριμνα και δικαιώματα, απέναντι σε μια πολιτική που αδίστακτα φορτώνει τα βάρη στον λαό και τους στρατιωτικούς, για να υπηρετήσει τα συμφέροντα του κεφαλαίου.
Το ΚΚΕ ήταν, είναι και θα είναι δίπλα τους. Να ακούει τη φωνή τους, τις αγωνίες τους, τις προτάσεις τους. Να συζητήσουμε μαζί τους τις θέσεις μας, να ακούσουμε τους προβληματισμούς και τυχόν αντιρρήσεις, για πραγματικά καλύτερες μέρες χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, χωρίς φτώχεια, πολέμους και καταστροφή, που πληρώνουν οι λαοί και κερδίζουν λίγοι.
Να είστε καλά.
Έχουμε πλέον πείρα από τον αγώνα μας
Ξέρουμε ότι τίποτα δεν χαρίζεται

«Συμπληρώνονται δύο χρόνια από την περίφημη ομιλία του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια στον Ροταριανό Όμιλο Αθηνών, με την οποία εγκαινιάστηκε η ολομέτωπη αντιδραστική επίθεση της κυβέρνησης στις Ένοπλες Δυνάμεις, γνωστή ως “Ατζέντα 2030″» σημείωσε στην αρχή της ομιλίας του ο Β. Τσιλιγιάννης, σμήναρχος ε.α., πρόεδρος του Συλλόγου Αποφοίτων Σχολής Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ) καθώς και του Συντονιστικού Συλλόγων Αποφοίτων Ανωτέρων Στρατιωτικών Σχολών Υπαξιωματικών. «Με ένα καλά μελετημένο αφήγημα, ο υπουργός προανήγγειλε αλλαγές, επενδύοντάς τες με προσβλητικές εκφράσεις για το προσωπικό, με υπερβολές και ανακρίβειες που συνηθίζει στις τοποθετήσεις του έκτοτε» επισήμανε και παρέθεσε μια σειρά νόμων που ψηφίστηκαν έκτοτε και συνθέτουν την «Ατζέντα 2030».
Ξεκαθάρισε ότι οι αλλαγές που φέρνει δεν υπηρετούν τη βελτίωση της αμυντικής ικανότητας της χώρας και των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης των στελεχών. Μετέφερε την κατάσταση που αντιμετωπίζουν τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων την ώρα που όπως είπε η «κυβέρνηση καυχιέται και προβάλλει, με τη βοήθεια φιλικών ΜΜΕ, μόνο τα πανάκριβα οπλικά συστήματα που παραγγέλνει και τις δήθεν αυξήσεις στα στελέχη».
«Ο Σύλλογος Αποφοίτων ΣΤΥΑ, μαζί με το Συντονιστικό Συμβούλιο των Συλλόγων Αποφοίτων ΑΣΣΥ, δεν έμεινε στο περιθώριο», υπογράμμισε και στάθηκε στις προσπάθειες ενημέρωσης στελεχών, στο κάλεσμα των φορέων εκπροσώπησης στρατιωτικών για κοινό μέτωπο υπενθυμίζοντας πως «δεκατρείς φορείς ανταποκριθήκαμε και πραγματοποιήσαμε τρεις μεγάλες συγκεντρώσεις στο κέντρο της Αθήνας -κάτι πρωτόγνωρο μετά τη μεταπολίτευση- και μία παράσταση διαμαρτυρίας έξω από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας».
«Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία εμείς οι στρατιωτικοί στηρίξαμε τα δίκαια αιτήματα άλλων κλάδων κι εκείνοι στήριξαν τον δικό μας αγώνα», επισήμανε, εξηγώντας ότι «επιδιώξαμε και σταθήκαμε επίσης δίπλα σε άλλους φορείς εργαζομένων – επισκεφτήκαμε Εργατικά Κέντρα, βρεθήκαμε αρωγοί στα μπλόκα των αγροτών, συμμετείχαμε στις διεκδικήσεις και τις κινητοποιήσεις εργαζομένων και συνταξιούχων. Αποδείξαμε ότι δεν είμαστε αποκομμένη προνομιακή κάστα, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της ίδιας κοινωνίας, με τα ίδια προβλήματα».
«Ξέρω πως μετά την ψήφιση του νόμου, πολλούς συναδέλφους τους διακατέχει κόπωση, απογοήτευση και αίσθημα παραίτησης», είπε ο Β. Τσιλιγιάννης και αντέτεινε: «Όμως η οργή δεν εξαφανίζεται – η δυσαρέσκεια συσσωρεύεται και αναζητά διέξοδο για την ανατροπή αυτής της δυστοπικής πραγματικότητας. Είμαστε πλέον πιο χειραφετημένοι, έχουμε εμπειρία αγώνων και ξέρουμε ότι τίποτα δεν χαρίζεται».
Τέλος, κάλεσε «όλους τους συναδέλφους, εν ενεργεία και εν αποστρατεία, σε αγωνιστική ετοιμότητα. Βρισκόμαστε σε συνεννόηση, διερευνούμε τις δυνατότητές μας κι ετοιμάζουμε μαζί με τους υπόλοιπους φορείς στρατιωτικών νέο πρόγραμμα κινητοποιήσεων, πιο μαζικό και πιο δυναμικό, τώρα που οι δυσμενείς συνέπειες της ατζέντας έχουν γίνει ορατές ακόμα και στους πιο δύσπιστους».
Οι φαντάροι με ψηλά το κεφάλι
και με όπλο την αλληλεγγύη διεκδικούν και παίρνουν θέση
ενάντια στον πόλεμο

«Τον Ιούνη του 2026 ολοκλήρωσα τη στρατιωτική μου θητεία, ένα μέρος της οποίας υπηρέτησα ως καταδρομέας στο 4ο ΕΤΕΘ στο Καρλόβασι της Σάμου», ανέφερε ο Μάνος Παπαγεωργίου, που σήμερα εργάζεται -όπως και πριν τη θητεία του- ως αποθηκάριος σε σούπερ μάρκετ. Στάθηκε στον χαιρετισμό που απηύθυνε, κατά την παρουσία του στον Στρατό, σε συγκέντρωση σωματείων και φορέων ενάντια στην ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού «της φτώχειας και του πολέμου».
«Η υποδοχή μου στη συγκέντρωση ήταν συγκινητική», σημείωσε και συμπλήρωσε: «Ήμουν εκεί που ήταν η οικογένειά μου, η οποία διαδήλωνε ενάντια στην ακρίβεια και στον πόλεμο. Πήρα δύναμη από τους όμοιούς μου εργαζόμενους στο συλλαλητήριο, τους συναδέλφους μου φαντάρους που την ίδια περίοδο επισκέπτονταν τα μπλόκα των αγροτών, αλλά και από αξιωματικούς και υπαξιωματικούς που μου χτύπησαν την πλάτη».
«Γυρνώντας στη μονάδα μου με περίμενε ποινή φυλάκισης και αποπομπή μου από τις Ειδικές Δυνάμεις με εντολή της κυβέρνησης», σημείωσε και σχολίασε καυστικά: «Βέβαια, απορίας άξιο είναι πόσες μέρες τιμητικής άδειας και επαίνους θα έπαιρνα αν μιλούσα για το πόσο καλά περνάμε οι φαντάροι, πόσο καλό κάνουν το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, πόσο “φιλειρηνικό” είναι το κράτος-δολοφόνος του Ισραήλ και πόσο δίκαιος είναι ο προϋπολογισμός».
«Η κυβέρνηση έφαγε τα μούτρα της γιατί όλοι οι φαντάροι γνωρίσαμε ένα πραγματικά τεράστιο κύμα αλληλεγγύης από εκατοντάδες σωματεία και μαζικούς φορείς, με εξορμήσεις έξω από το στρατόπεδο στη Σάμο από το Εργατικό Κέντρο, με επιστολές από δεκάδες νέους στρατευμένους από όλη τη χώρα», υπογράμμισε.
Η κυβέρνηση προσπαθεί «να κάμψει τις αγωνιστικές διαθέσεις και να επιβάλει την πολιτική της εμπλοκής με την καταστολή», τόνισε, φέρνοντας ως παράδειγμα τις νέες ποινές σε φαντάρους που συμμετείχαν στη μεγάλη κινητοποίηση της ΔΕΘ. «Ο,τι και να κάνουν», κατέληξε ο Μ. Παπαγεωργίου, «όλο και περισσότεροι φαντάροι παίρνουν θέση ενάντια στον πόλεμο, μιλούν σε συγκεντρώσεις για ζητήματα που αφορούν τη ζωή τους. Οι φαντάροι, με ψηλά το κεφάλι και με τη δύναμη που παίρνουν από τη μεγάλη αλληλεγγύη, συνεχίζουν και κατά τη διάρκεια της θητείας τους να διαμαρτύρονται και να διεκδικούν συλλογικά μέσα από Επιτροπές που συγκροτούν. Το πραγματικό όπλο που έχουν οι φαντάροι στη θητεία τους είναι η διεκδίκηση, η αλληλεγγύη και ο αγώνας δίπλα στον λαό, μαζί με τον λαό! Με βάση και τη δική μου πείρα, μπορώ να πω με σιγουριά ότι αυτή η στάση έχει ιδιαίτερη αξία και δυναμώνει τους εργατικούς – λαϊκούς αγώνες. Δεν μας τρομάζουν. Με το ΚΚΕ για την ανατροπή και τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό».










