Άγχος, ελπίδα, περηφάνια. Ίσως και άλλα συναισθήματα κοντά σε αυτά, με το άκουσμα της είδησης από τον καθοδηγητή, στη διάρκεια της συνεδρίασης του νομαρχιακού καθοδηγητικού οργάνου της νεολαίας.
«Ήρθε η ώρα και στη δική μας περιοχή να πραγματοποιήσουμε το περίφημο φεστιβάλ ΚΝΕ-ΟΔΗΓΗΤΗ μετά το πρώτο στην Αθήνα και το δεύτερο στη Θεσσαλονίκη, που ορισμένοι είχατε και την τύχη να συμβάλετε στην πραγματοποίησή του.»
Ιούλης του 1977 και στα μικρά γραφεία της πρωτεύουσας του νομού η θερμοκρασία είχε ανέβει αισθητά μετά τη σχετική είδηση. Μαθημένοι όμως οι πιο πολλοί από το μάζεμα ροδάκινων και τη δουλειά στα διαλογητήρια της περιοχής κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, δεν καταλάβαιναν και πολλά πράγματα από ζέστη, παρά τον ιδρώτα που έρεε άφθονος, όταν έμαθαν τα νέα.
Μα και αυτός συναισθηματικά ήταν μπερδεμένος. Η τιμητική πρόταση μάλιστα να είναι και στην οργανωτική επιτροπή πραγματοποίησης, τον χαροποίησε και ταυτόχρονα τον προβλημάτισε. Θα ήταν ο μικρότερος της σχετικής «βοηθητικής επιτροπής» και αυτό ήδη του είχε προκαλέσει μεγάλο άγχος μπροστά στο άγνωστο, αλλά και στο εάν θα ήταν αντάξιος της εμπιστοσύνης που του είχαν δείξει…
Του έδωσαν την ευθύνη για το περιεχόμενο των ταμπλό που θα υπήρχαν στο χώρο του ανοικτού γηπέδου μπάσκετ, καθώς και για την έκθεση που θα λειτουργούσε στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του δήμου με κατασκευές αγωνιστών (χειροτεχνήματα, ξυλογραφίες κ.α) που τις είχαν δημιουργήσει με μεράκι κατά τη διάρκεια της εξορίας τους.
Ο πρώτος τομέας αυτός των ταμπλό, προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς. Τα νοβοπάν ήταν προσφορά συντρόφων ξυλουργών, ενώ οι αντίστοιχες σιδεριές που θα στεριώνονταν ήταν από οπαδούς εργολάβους. Όσο δε για το γράψιμο των κειμένων σε χαρτόνια διαφόρων χρωμάτων, αυτό ανατέθηκε σε καλλιγράφους μαθητές και μαθήτριες που πραγματικά έκαναν θαύματα.
Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν αυτό της συγκέντρωσης υλικών από παλιούς αγωνιστές. Υπήρχε ένας δισταγμός για να δοθούν αντικείμενα που με τα χρόνια είχαν αποκτήσει βαθιά συναισθηματική αξία για τους δημιουργούς τους. Και φυσικά από την πρώτη στιγμή είχε τεθεί ως όρος να μην καταστραφούν, ενώ από ορισμένους να μπουν μόνο τα αρχικά τους ή ο τόπος εξορίας κατασκευής τους. Οι εποχές ήταν ακόμη πονηρές και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ δεν σήμαινε φυσικά ότι είχαν εκλείψει το φακέλωμα , τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και όλα τα συνεπακόλουθά τους.
Η έκπληξη ήλθε από τον παλιό αγωνιστή Α… που είχε καταδικαστεί σε θάνατο κατά τη διάρκεια του 1947 και είχε περάσει πάνω από 12 χρόνια φυλακές και εξορίες. Μπορεί να είχε πάει λίγες τάξεις στο Δημοτικό, όμως στην εξορία είχε την τύχη να μαθητεύσει δίπλα σε πασίγνωστους εικαστικούς. Λίγο το μεράκι, λίγο η εκπαίδευση και οι συναναστροφές τον βοήθησαν να αναπτύξει το ταλέντο του στη ζωγραφική. Μετά τη χούντα έφτιαχνε και ταμπέλες όπως αυτή των γραφείων, ενώ είχε φιλοτεχνήσει από τα χρόνια της εξορίας πολλές ζωγραφιές πάνω σε πέτρες μαθαίνοντας από τον ίδιο τον Ρίτσο, όπως έλεγε με καμάρι. Προθυμοποιήθηκε να δώσει για την έκθεση ορισμένες από αυτές. Όμως έριξε και την ιδέα:
«Κοίταξε, μπορώ να ζωγραφίσω εκτός από πέτρες και πάνω σε διάφορες επιφάνειες και τα έργα μου να τα πουλήσετε για να βγάλετε τα έξοδα».
Ωραία η ιδέα του, μεταφέρθηκε στην βοηθητική επιτροπή του Φεστιβάλ και έγινε ομόθυμα αποδεκτή.
Στο επόμενο ραντεβού μαζί του αφού εκφράστηκε η συμφωνία της επιτροπής, ξεκίνησε η συζήτηση για την υλοποίησή της.
«Λίγες μέρες μένουν. Θα σας πρότεινα να ζωγραφίσω καμιά τριανταριά πιάτα με τα σήματα της ειρήνης, του ΚΚΕ κα της ΚΝΕ, που γίνονται και πιο εύκολα. Την τιμή του κάθε έργου καθορίστε την εσείς. Εγώ πάντως δεν θα βάλω την υπογραφή μου σ’ αυτά γιατί το θεωρώ ιεροσυλία αυτή να υπάρχει αντάμα με τα ιερά αυτά σύμβολα που είναι ποτισμένα με το αίμα των αγωνιστών.»
Ο υπεύθυνος της επιτροπής που του μεταφέρθηκε η πρόταση, ενθουσιάστηκε.
«Μπράβο του, πιστεύω ότι θα γίνουν ανάρπαστα. Πήγαινε στο μαγαζί του Κ…που είναι οπαδός μας και ζήτα του 30 πιάτα που είναι για σπάσιμο.»
Επισκέφτηκε το μαγαζί, για πρώτη φορά άλλωστε στη ζωή του και ζήτησε το αφεντικό, όπως του είχαν μηνύσει.
«Θα ήθελα πιάτα για σπάσιμο» του είπε συνεσταλμένα.
Το αφεντικό, άνθρωπος της πιάτσας και με ελαφριά μάγκικη προσφορά τον ρώτησε:
«Εσένα τον μικρό στείλανε; Τέλος πάντων. Για πιο μπουζουξίδικο τα θες και πόσες ντουζίνες;»
Βλέπετε η ευρύτερη περιοχή ήταν φημισμένη για τα μπουζουξίδικα της που λειτουργούσαν τότε και 5 μέρες την βδομάδα.
Καταντράπηκε και με σκυμμένο το κεφάλι του είπε:
«Ξέρετε δεν τα θέλω για μπουζουξίδικο, αλλά για τη νεολαία του κόμματος. Όσο δε την ποσότητα μόνο τριάντα κομμάτια».
«Και τι θα τα κάνετε παιδί μου εκεί στο κόμμα;» τον ρώτησε χαμογελαστός «Ταβέρνα θα τα κάνατε τα γραφεία σας;»
«Μπα, θέλουμε ένας παλιός αγωνιστής να τα ζωγραφίσει για να τα πουλήσουμε στο Φεστιβάλ μας»
«Ε, τότε δωρεάν, προσφορά από μένα και φέρτε μου και κανένα να αγοράσω ζωγραφισμένο» του είπε δίνοντας τα.
Τα ζωγραφισμένα πιάτα τελικά ξεπουλήθηκαν. Το πρώτο στην επαρχιακή πόλη διήμερο Φεστιβάλ σημείωσε μεγάλη επιτυχία, ενώ η έκθεση με τα έργα αγωνιστών είχε τόση μεγάλη ανταπόκριση ώστε «ταξίδεψε» και σε άλλες πόλεις της βόρειας Ελλάδας.
Όσον αφορά τον ίδιο, πέρα από την ευχαρίστηση και την περηφάνια που ένιωσε για τη συμβολή του, ο καλλιτέχνης έδωσε και αυτόν ένα ζωγραφισμένο πιάτο, το μόνο όμως που είχε και την υπογραφή του.








