«Μια ηθοποιός δεν είναι μηχανή, όμως έτσι σε αντιμετωπίζουν. Ως μια μηχανή που παράγει χρήματα». Η φράση αυτή δεν ανήκει σε κάποιον διανοούμενο, συγγραφέα ή επιστήμονα αλλά σε μια γυναίκα που ολόκληρη η σύντομη ζωή της συνδέθηκε άρρηκτα με την βιομηχανία του θεάματος. Ο λόγος για την εμβληματική σταρ του Χόλιγουντ Μέριλιν Μονρόε, μια από τις πλέον δημοφιλείς προσωπικότητες στην ιστορία της έβδομης τέχνης.
Η συμπλήρωσή φέτος 60 χρόνων από τον θάνατό της και η κυκλοφορία μιας νέας, αμφιλεγόμενης, ταινίας με θέμα την ζωή της («Blonde», Netflix) αποτέλεσαν αφορμή για να επανέλθει στο προσκήνιο η συζήτηση για την πτυχή εκείνη της προσωπικότητας της Μονρόε που το Χόλιγουντ φρόντισε καλά να μείνει στο σκοτάδι. Και αυτό διότι πίσω από την περσόνα της χαζούλας ξανθιάς που δοξάστηκε ως σύμβολο του σεξ τη δεκαετία του 1950 φαίνεται πως υπήρχε μια γυναίκα με κοινωνικές, πολιτικές ανησυχίες ακόμα και βαθύ αίσθημα δικαιοσύνης.
Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που η Μονρόε – κατά κόσμον Νόρμα Τζιν Μόρτενσον – μπήκε στο στόχαστρο του βαθέως κατεστημένου των ΗΠΑ, ιδιαίτερα σε μια εποχή που ο Μακαρθισμός είχε εξαπολύσει κυνήγι μαγισσών. Το 2012, με αφορμή την συμπλήρωση πενήντα χρόνων από τον θάνατό της, δόθηκαν για πρώτη φορά στη δημοσιότητα φάκελοι του FBI με θέμα τις πολιτικές απόψεις και δραστηριότητες της χολιγουντιανής σταρ. Από τα έγγραφα προέκυψε η πληροφορία ότι η Μέριλιν ξεκίνησε να προσελκύει το ενδιαφέρον των αμερικανικών υπηρεσιών το 1955, χρονιά έναρξης της σχέσης της ηθοποιού με τον σπουδαίο θεατρικό συγγραφέα Άρθρουρ Μίλερ. Άνθρωπος προοδευτικών αντιλήψεων που σε πολλά έργα του («ο Θάνατος του Εμποράκου», κ.α) κατέκρινε το περίφημο «αμερικάνικο όνειρο» και την ζώσα πραγματικότητα του καπιταλισμού, ο Μίλερ υπήρξε ο ίδιος θύμα της παράνοιας του Μακαρθισμού. Το 1954 οι αρχές του αφαίρεσαν το διαβατήριο, ενώ το 1956 κλήθηκε ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων όπου του ζητήθηκε να καταδώσει συναδέλφους του που είχαν αναπτύξει φιλοκομμουνιστική δράση. Η γενναία άρνηση του Μίλερ να γίνει χαφιές του χάρισε μια περίοπτη θέση στη μαύρη λίστα του FBI και των άλλων κρατικών υπηρεσιών των ΗΠΑ.
Το FBI ουδέποτε βρήκε καμία απόδειξη ότι η Μονρόε ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ. Είχε, ωστόσο, ισχυρές ενδείξεις ότι η διάσημη ηθοποιός διακατέχονταν από «αριστερές απόψεις». Στις αρχές του 1960, σε έκθεση του αρμόδιου πράκτορα που είχε αναλάβει την έρευνα προς τον τότε διευθυντή του FBI, τον Τζέι Έντγκαρ Χούβερ αναφέρονταν τα εξής: «Είναι βέβαιο ότι είναι αριστερών πεποιθήσεων. Παρ’ όλα αυτά δεν προκύπτει κάποια διασύνδεσή της με το Κομμουνιστικό Κόμμα στο Λος Άντζελες». Εδώ, βέβαια, πρέπει να επισημανθεί ότι στις ΗΠΑ της Μακαρθικής περιόδου, εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, ο χαρακτηρισμός «αριστερός», ή ακόμη και «προοδευτικός/φιλελεύθερος», ήταν ταυτισμένος με τον φιλοσοβιετισμό και τον κομμουνισμό. Στο απόγειο της αντικομμουνιστικής εκστρατείας τη δεκαετία του 1950, εκατοντάδες εργαζόμενοι στον χώρο του κινηματογράφου, συμπεριλαμβανομένων επιφανών σκηνοθετών, ηθοποιών, σεναριογράφων και παραγωγών, διώχθηκαν με την κατηγορία της «φιλοκομμουνιστικής δράσης». Συνοδοιπόροι του Μακαρθισμού σε αυτό το κυνήγι μαγισσών στάθηκαν διάσημοι παραγωγοί όπως ο αντικομμουνιστής Ουόλντ Ντίσνεϊ, αλλά και σκηνοθέτες όπως ο Ελία Καζάν, ο οποίος αμαύρωσε μια για πάντα την φήμη του καταδίδοντας στις αρχές μια σειρά συναδέλφους του, μεταξύ των οποίων και ο Ζιλ Ντασέν.

Από τα αρχεία του FBI προκύπτει το γεγονός ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας των ΗΠΑ εστίαζαν στις σχέσεις και τα ταξίδια της Μέριλιν Μονρόε στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, επισημαίνεται η αίτηση για βίζα που φέρεται να είχε καταθέσει η χολιγουντιανή σταρ το 1955 προκειμένου να ταξιδέψει στην Σοβιετική Ένωση. Με επιστολή του στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ σημείωνε ότι ο μάνατζερ της Μέριλιν είχε στείλει εκ μέρους της αίτημα για βίζα στην σοβιετική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Daily Worker», το ταξίδι εντάσσονταν στο πλαίσιο προγράμματος του Εθνικού Ιδρύματος Τέχνης για την ενίσχυση των πολιτιστικών σχέσεων ΗΠΑ-ΕΣΣΔ. Μπορεί το ταξίδι να μην πραγματοποιήθηκε ποτέ, όμως και μόνο η δήλωση της Μονρόε ότι «ανυπομονεί να επισκεπτεί τη Ρωσία και άλλες χώρες», που δημοσιεύθηκε στην «Daily Worker», ήταν αρκετή για να προκαλέσει το ζωηρό ενδιαφέρον του FBI.
Το ίδιο ενδιαφέρον έδειξε το Ομοσπονδιακό Γραφείο Πληροφοριών και για την φιλία που ανέπτυξε η ηθοποιός με τον Φρέντερικ Βάντερμπιλτ Φιλντ, έναν Αμερικάνο που ζούσε στο Μεξικό και τον οποίο η μεγαλοαστική οικογένεια του είχε αποκληρώσει εξαιτίας των αριστερών πεποιθήσεών του. Στην αυτοβιογραφία του, που εκδόθηκε χρόνια αργότερα, ο Φιλντ έγραφε για την Μέριλιν: «Μας έλεγε για τα βαθιά συναισθήματα που έτρεφε για τα κοινωνικά δικαιώματα, την ισότητα των μαύρων, αλλά και τον θαυμασμό της για όσα συνέβαιναν στην Κίνα, τον θυμό της για το κυνήγι μαγισσών ενάντια στους φιλοκομμουνιστές, τον Μακαρθισμό και το μίσος της για τον Τζ. Έντγκαρ Χούβερ». Σύμφωνα με τα αρχεία του FBI, η Μονρόε πραγματοποίησε το τελευταίο της ταξίδι στο Μεξικό τον Φλεβάρη του 1962, λίγους μόλις μήνες πριν τον μυστηριώδη θανατό της στο Λος Άντζελες.
Ο θάνατος της Μονρόε σε ηλικία 36 ετών στις 4 Αυγούστου 1962, που σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή προήλθε από υπερβολική δόση υπνωτικών χαπιών, δεν σήμανε το τέλος των ερευνών του FBI. Το τελευταίο έγγραφο της υπηρεσίας που αναφέρεται στην ηθοποιό συντάχθηκε το 1973, δηλαδή έντεκα χρόνια μετά τον αδόκητο χαμό της. Το ερώτημα «γιατί το FBI συνέχιζε τις έρευνες για την Μονρόε μια δεκαετία μετά το θάνατό της» παραμένει αναπάντητο, όπως αναπάντητα παραμένουν δεκάδες ερωτήματα αναφορικά με μια σειρά πτυχές της σύντομης αλλά έντονης ζωής της χολιγουντιανής σταρ.
Ποια ήταν, λοιπόν, η σχέση της Νόρμα Τζιν Μόρτενσον με την κομμουνιστική ιδεολογία; Κανείς δε μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα. Ουδέποτε αποδείχθηκε οποιαδήποτε, άμεση ή έμμεση, σχέση της με το Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως ουδέποτε βρέθηκε κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει φιλοκομμουνιστική δράση. Αυτό που, ωστόσο, μοιάζει να είναι ξεκάθαρο είναι πως πίσω από το δημόσιο προφίλ του «sex symbol» και της «αφελούς ξανθιάς», που καλλιέργησε η ίδια στο πλαίσιο της κινηματογραφικής της καριέρας, υπήρχε ένας άνθρωπος με κοινωνικές ευαισθησίες και πολιτικές ανησυχίες. Πίσω από την αστραφτερή Μέριλιν υπήρχε η Νόρμα, ένα παιδί της εργατικής τάξης από την Καλιφόρνια που, παρά τη δόξα και το χρήμα που γνώρισε, δεν κατάφερε ποτέ να νιώσει άνετα στους κόλπους της καπιταλιστικής βιομηχανίας του θέαματος.
Άλλωστε, το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που την ανέδειξε σε διεθνούς φήμης καλλιτέχνη ήταν το ίδιο που την κατέστησε ταυτόχρονα αντικείμενο αισχρής σεξιστικής εκμετάλλευσης, αντιμετωπίζοντάς την «ως μια μηχανή που παράγει χρήματα» όπως έλεγε η ίδια.








